Ἡ Εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ

 Ἡ Εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ

Διδάσκοντας ὡς ἐπάγγελμα τοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴν φύσι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παντοτινὴ ἰσχύ, ἐκτὸς κι ἂν βουληθεῖ ὁ Κύριος κάτι ἄλλο, θὰ ἀσχοληθοῦμε στὴν ὀλιγόλεπτη ὁμιλία αὐτή, μὲ τὸ πῶς γίνεται ἀντιληπτός μὲ τὶς αἰσθήσεις ὁ ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων, ἐπιμένοντας ἰδίως στὶς αἰσθήσεις ὄραση καὶ τὴν ἀκοή, ἀναφερόμενοι δηλαδὴ στὴν σχετικὴ εἰκόνα καὶ ὕμνους.

Αἰσθανθεῖτε λοιπόν, ἀκούοντας τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, «Στὸ Χριστὸ στὸ κάστρο», τὸ πῶς νιώθουν τὴν ἀτμόσφαιρα τῶν Χριστουγέννων στὶς ἀπαρχὲς τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους, δίχως ξενικὰ τζίνγκλ μπὲλ καὶ σάντα κλάους ἀναψυκτικῶν συμφερόντων.

...Ἔθεσαν τὸ πύραυνον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ῥίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. Καὶ ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεός, ὀσμὴν εὐωδίας. Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψε ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ τὴν μεγάλην κ᾿ ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ λεπτουργημένον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον, μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ μορφαὶ τοῦ θείου Βρέφους καὶ τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναὶ παρίστανται αἱ ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τις ὅτι στίλβει ὁ χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καὶ ὅπου, ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ ἐλάλει, φαντάζεταί τις ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀκούει τό, Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ!...

Ὁ ἑορτασμὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐμφανίζεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, πιθανῶς στὴν ἀποστολικὴ ἐποχή. Οἱ ἀποστολικοὶ κανόνες προτρέπουν νὰ ἑορτάζεται ἡ ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ τὴν 25η Δεκεμβρίου, ἀνατολὴ τῆς νέας χρονιᾶς, δείχνοντας ἔτσι τὴ σημασία αὐτῆς τῆς ἑορτῆς γιὰ τὴν Ἐκκλησία.
«Προσέξτε, ἀδελφοί, τὰς ἑορτάς· πρώτη τῶν ἑορτῶν, ἡ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ». Αὐτὴ ἡ ἰδιαίτερη μνεία τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια: «Καὶ δὲν θὰ ἔχει κάνει λάθος, αὐτὸς ποὺ θὰ ὀνομάσει τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων μητέρα ὅλων τῶν ἄλλων ἑορτῶν...». Ὅπως πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ τὰ διάφορα ῥυάκια, ἔτσι κι ὅλες οἱ ἑορτὲς πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι σὰν μία καινούργια δημιουργία τοῦ κόσμου. Ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ ἑορτάζεται σ᾿ αὐτὴ τὴν ἑορτὴ γίνεται ἀκρογωνιαῖος λίθος· ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ χωρίζει μυστηριωδῶς τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Ἰωάννου: «Κάθε πνεῦμα ποὺ ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε σὰν ἄνθρωπος, εἶναι ἀπ᾿ τὸν Θεό, καὶ κάθε πνεῦμα ποὺ δὲν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε σὰν ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου...».

Ὁ χρόνος ποὺ προηγεῖτο τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἦταν γεμάτος ἀπὸ τὸ βαθὺ αἴσθημα ἑνὸς ἀπροσδιόριστου κακοῦ... Κάθε στιγμὴ αἰσθανόταν κανεὶς τὴν ἀβεβαιότητα αὐτοῦ τοῦ χρόνου. Οἱ λαοὶ ποὺ ἔζησαν πρὶν τὴ Σάρκωση τοῦ Χριστοῦ εὑρίσκονταν σὲ μία συνεχὴ κίνηση. Ἡ πνευματικὴ κληρονομιὰ τῶν λαῶν δὲν διατηροῦσε μία στατικὴ ἰδιαιτερότητα, ἀλλὰ ἐμπλουτιζόταν καὶ ἕνωνε διαφορετικὰ στοιχεῖα. Οἱ πολιτισμοὶ διαφορετικῶν λαῶν εἰσέδυαν, ἐπηρέαζαν καὶ μετέβαλαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ὁ κόσμος πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μοιάζει μὲ καλοοργωμένο χωράφι, ἕτοιμο νὰ λάβει τὸν σπόρο τῆς αἰώνιας ζωῆς - ἀπαρχὴ τοῦ μέλλοντος Αἰῶνος.

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στηρίζεται στὴ μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἐκκλησίας μας καθὼς καὶ στὴν πλούσια λειτουργικὴ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
Ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως πιστὸς στὰ δόγματα τῆς ἐκκλησίας ἔχει δυὸ σκοπούς: νὰ δείξει τὴν θεανθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου μας ποὺ ἀληθινὰ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία καὶ νὰ ὑποδηλωθεῖ ὁ πανηγυρισμὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ γενικότερα ὅλης τῆς κτίσης πρὸς τὸν Δημιουργό της. Σύμφωνα μὲ ὅσα διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἡ Παναγία «ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλισεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ».

Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ περιέχεται μυστηριακὰ στὸ ὄνειρο τοῦ Ναβουχοδονόσορα καὶ ἐξηγεῖται προφητικὰ ἀπὸ τὸν προφήτη Δανιὴλ (κεφ.2). Ὁ βράχος ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ τὸ ὄρος χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίξει ἀνθρώπινο χέρι καὶ κατέστρεψε τὸ μεγάλο εἴδωλο, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Σωτῆρας ἔχει μία κάποια εἰκονικὴ ὁμοιότητα μὲ τὴν πέτρα ποὺ νίκησε καὶ κατέστρεψε τὸν τρομερὸ ἀνθρώπινο ἐγωισμὸ ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ εἰδώλου.

Τὸ Παιδίον ἀναπαριστάνεται στὸ μέσο της εἰκόνας, σπαργανωμένο· τὸ μέγεθός του εἶναι ἐξαιρετικὰ μικρό. Συχνά, λόγω τῶν διαστάσεών της, ἡ ἀναπαράσταση τοῦ Σωτῆρα εἶναι πιὸ μικρὴ ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα πρόσωπα τῆς εἰκόνας, κι ὅμως, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ παραμένει ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου - ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στὴν εἰκόνα ὁ Σωτῆρας καταλαμβάνει τὴ βασιλικὴ θέση τοῦ Δεσπότου.

Ὡστόσο, ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται πιὸ μεγάλη ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα πρόσωπα τῆς εἰκόνας κι ἐδῶ εἶναι ἀκριβῶς ποὺ ἑρμηνεύεται n προφητεία τοῦ Δανιήλ, διὰ μέσου τοῦ ὀνείρου τοῦ Ναβουχοδονόσορα. Ὁ τύπος τοῦ ὄρους καὶ τοῦ βράχου ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ μόνος του εἶναι ἡ προφητικὴ εἰκόνα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου. Εἶναι μισοξαπλωμένη καὶ μισοκαθισμένη καὶ ἡ στάση της ἀνάλαφρη γιὰ νὰ τονιστεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ πόνου καὶ ἡ παρθενικὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ φάτνη εἰκονίζεται μέσα σὲ σκοτεινὸ σπήλαιο. Τὸ μαῦρο σπήλαιο συμβολίζει τὸν κόσμο ποὺ ἦταν σκοτισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ἐπίσης συμβολίζει τὸν Ἅδη. Ἔτσι γιὰ νὰ πλησιάσει τὴν ἄβυσσο ὁ Χριστὸς τοποθετεῖ μυστικὰ τὴ γέννησή Του στὸ βάθος τοῦ χάσματος, ὅπου τὸ κακὸ ζεῖ στὴν τελευταία του πυκνότητα. Ὁ Χριστός, τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, εἶναι ὁ καθήμενος «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου». Ἡ φάτνη, τὸ σπήλαιο, τὰ σπάργανα εἶναι ὅλα δείγματα τῆς κένωσης τῆς θεότητας καὶ τῆς ἄκρας ταπείνωσης. Μέσα στὸ σπήλαιο εἰκονίζονται ἕνα βόδι καὶ ἕνας ὄνος. Ὁ ἁγιογράφος ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα «ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Ἰσραὴλ δὲ μὲ οὐκ ἔγνω».

Ἡ γῆ στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, δὲν παρουσιάζεται ὁμαλὴ κι ἐπίπεδη, ὄχι· εἶναι γεμάτη κίνηση, τινάγματα, λόφους, σκάμματα. Ἡ κίνηση αὐτὴ θυμίζει τὰ κύματα τῆς θάλασσας. Κι αὐτὸ τὸ ὀρεσίβιο στοιχεῖο, τὸ ἐπικίνδυνο, τῆς γήινης ἐπιφάνειας, δὲ μαρτυρεῖ μόνο τὸν ἐπικίνδυνο χαρακτῆρα τοῦ συγκεκριμένου τόπου κοντὰ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἄλλο μυστικὸ καὶ γενικότερο νόημα. Ἡ γῆ ἀναγνώρισε τὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρα καὶ ἀνταποκρίθηκε σ᾿ αὐτὴν ἀναγεννώμενη κι ἀναζωογονουμένη· σὰν ἕνα φύραμα ἄρχισε νὰ ζυμώνεται, διότι ἔνοιωσε μέσα τῆς τὴ μαγιὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι αὐτὲς οἱ κυματιστὲς ἀναδιπλώσεις τῆς γῆς καὶ τὰ τινάγματα τοῦ ἐδάφους γύρω ἀπὸ τὸ σπήλαιο δὲν εἶναι ἄδεια, ἀλλὰ γεμάτα ἀπὸ τὴν κατανόηση καὶ τὴ χαρὰ τοῦ γεγονότος.
Συνήθως, στὶς εἰκόνες τῆς Γεννήσεως εἰκονίζονται ἐπίσης οἱ ἄγγελοι, οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοί. Οἱ ἄγγελοι, ὡς οἱ πρῶτοι ἀγγελιαφόροι καὶ μάρτυρες τῆς Καλῆς Ἀγγελίας τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ· οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοί, ὡς τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ καλεῖται νὰ προσκυνήσει τὸν Χριστό. Σημειωτέον, ὅτι οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοὶ δὲν συνθέτουν μία κοινὴ σύναξη καὶ αὐτοὶ καθεαυτοὶ δὲν βρίσκονται κοντὰ μεταξύ τους.

Οἱ βοσκοὶ παρουσιάζουν τὸν ἐκλεκτὸ ἰουδαϊκὸ λαό· ὁ οὐρανὸς ἄνοιξε γι᾿ αὐτοὺς καὶ ἡ σύναξη τῶν ἀγγέλων ποὺ ψάλλουν ᾠδὴ στὸν Θεὸ ἔγινε ὁρατή. Ἐκλήθησαν νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστὸ στὸ ὄνομα τοῦ Ἰσραήλ. Δέχτηκαν κατευθείαν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τὴν Καλὴ Ἀγγελία.

Οἱ μάγοι ποὺ εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου καὶ ἀνυψώνονται στὸ ὑψηλὸ ἐπίπεδο τῆς βαθείας κατανοήσεως τοῦ νοήματος τῆς Γεννήσεως μὲ ἕναν τρόπο, ὄχι ἁπλό, ἀλλὰ δύσκολο καὶ σύνθετο κι ἔρχονται νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστό, ὄχι ἀπὸ μέρη κοντινά, ἀλλὰ πολὺ μακρινά· κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἀπὸ τὴν Περσία· ἡ πορεία τῶν μάγων, ποὺ ὁδηγοῦνται ἀπὸ ἕνα ἄστρο, εἶναι δύσκολη καὶ μακρινή. Δὲν ὁδηγήθηκαν ἀπὸ ἀγγέλους, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κίνηση τοῦ ἀστέρος, χωρὶς ἐδῶ νὰ ἀποκαλυφθοῦν τὰ πάντα.
Ἔτσι, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι τὸ ἀστέρι ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς μάγους στὴ Βηθλεὲμ δὲν ἦταν ἕνα ἁπλὸ ἀστέρι, ἀλλὰ ἕνας ἄγγελος ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν ἄστρο καὶ ὁδηγοῦσε τοὺς μάγους τῆς ἀνατολῆς στὴν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεὲμ διατηρήθηκε σὰν σύμβολο, ὄχι μόνο στὶς εἰκόνες τῆς Γεννήσεως, ἀλλὰ καὶ στὴ θεία λειτουργία. Ὅταν τελειώνει ἡ προσκομιδή, τοποθετεῖ ὁ ἱερέας στὸν «δίσκο» τὸν «ἀστέρα» πάνω ἀπὸ τὸν ἀμνὸ τοῦ ὑψωθέντος καὶ εὐλογηθέντος ἄρτου. Αὐτὸς ὁ ἀστέρας εἶναι σὲ ἀνάμνηση ἐκείνου ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὴ φάτνη, ὅπου ἀνακλίθηκε τὸ θεῖον βρέφος. Καὶ τὸ μανουάλι ποὺ τοποθετεῖται, τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, στὴ μέση της ἐκκλησίας, συμβολίζει τὸ ἄστρο της Γεννήσεως. Ἡ μοναδικὴ ἀκτίνα ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ καταλήγει στὸ σπήλαιο πάνω ἀπὸ τὸ βρέφος, σημαίνει τὴν μία οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ χωρίζεται σὲ τρεῖς λάμψεις, γιὰ νὰ προσδιορίσει τὴν συμμετοχὴ τῶν τριῶν προσώπων στὴν θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας. Τὸ ἄστρο εἶναι τὸ μυστικὸ ἀρχέτυπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μαρτυρεῖται στὴν Ἀποκάλυψη: «Εἶμαι ρίζα καὶ ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ - Ὁ φωτεινὸς καὶ πρωινὸς ἀστέρας».
Συνήθως, παρουσιάζουν στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τὸν Ἰωσήφ, τὸν μνηστῆρα τῆς Παρθένου, σκυμμένον ἀπὸ θλίψη, βασανιζόμενον ἀπὸ ἀμφιβολίες, μὴ ὄντας σὲ θέση νὰ ἀφομοιώσει τὸ μυστήριο τῆς Γεννήσεως υἱοῦ ἀπὸ Παρθένο. 

Μπροστά του στέκεται ὁ δαίμων μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς γέρου βοσκοῦ, ποὺ δοκιμάζει νὰ ταράξει τὸν Ἰωσήφ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πολλῶν εἰκόνων τῆς Γεννήσεως ὅτι ἡ Θεομήτωρ ἔχει τὸ πρόσωπο στραμμένο, ὄχι πρὸς τὸν Σωτῆρα, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἰωσὴφ μὲ μία ἔκφραση κατανόησης καὶ βαθιᾶς λύπης. Ἡ Θεομήτωρ μοιάζει νὰ θέλει νὰ βοηθήσει μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις της τὸν Ἰωσήφ· σ᾿ αὐτὴ τὴ φροντίδα προσδιορίζεται κιόλας τὸ ὑπούργημά της ὡς Βασίλισσας τῶν οὐρανῶν μεσίτριας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, αὐτῆς ποὺ φέρει τὶς θλίψεις τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ εἰκονίζονται δυὸ γυναῖκες ποὺ ἑτοιμάζουν τὸ λουτρὸ τοῦ Θείου Βρέφους. Ἡ σκηνὴ εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὰ ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἡ μαῖα εἶναι ἡ Σαλώμη καὶ ἡ ἄλλη ἡ βοηθός της, ποὺ τὶς προσκάλεσε ὁ Ἰωσὴφ γιὰ νὰ βοηθήσουν τὴν Θεοτόκο. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει ὅτι «τὸ δὲ νὰ ἱστοροῦνται γυναῖκές τινες πλύνουσαι τὸν Χριστὸν ἐν λεκάνῃ, ὡς ὀρᾶται ἐν πολλαῖς εἰκόσι της Χριστοῦ γεννήσεως, τοῦτο εἶναι παντάπασιν ἀτοπώτατον», ἀφοῦ ἡ Θεοτόκος δὲ γέννησε μὲ πόνους καὶ ὠδῖνες ὅπως οἱ ἄλλες γυναῖκες γιὰ νὰ χρειάζεται ἡ σκηνὴ τοῦ λουτροῦ.