Ὁ οἰκισμός τῆς Ἀπιδέας: Ἡ κώμη Παλαιά.

Ὁ οἰκισμός τῆς Ἀπιδέας: Ἡ κώμη Παλαιά.



Η Απιδιά βρίσκεται στις παρυφές της πεδιάδας του Έλους, στους πρόποδες του βουνού Κριτσόβα με τις φυσικές πηγές ύδατος και δίπλα σε εύφορο κάμπο. Η ανθρώπινη δραστηριότητα στην περιοχή διαπιστώνεται, σύμφωνα με τα κεραμεικά ευρήματα, από τη νεολιθική εποχή μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η οικιστική εγκατάσταση των κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων ταυτίζεται με την κώμη Παλαιά που αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας. Η Παλαιά συνδεόταν με το πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο της Σπάρτης διαμέσου ενός οργανωμένου δικτύου αμαξήλατων οδών, τμήμα του οποίου σώζεται τμηματικά στην περιφέρεια του σημερινού οικισμού.


Η οικιστική συνέχεια κατά τους παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους επιβεβαιώνεται μέσα από τις γραπτές πηγές και τα σωζόμενα κτηριακά κατάλοιπα που αφορούν κυρίως σε χριστιανικά μνημεία. Ο μνημειώδης ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου κτίσθηκε στους όψιμους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, ανάμεσα στον 5ο και τον 9ο αιώνα, και σε συνδυασμό με τις νομισματικές μαρτυρίες και την κεραμεική δείχνει την ύπαρξη αξιόλογης χριστιανικής κοινότητας, η οποία κατάφερε να διαβιώσει σε μια δύσκολη περίοδο αναστατώσεων και ποικίλων προβλημάτων, που προκάλεσαν οι αβαροσλαβικές επιδρομές και οι σλαβικές εγκαταστάσεις.


Στους μέσους βυζαντινούς χρόνους (10ο αιώνα), οπότε ο ναός της Κοίμησης γνώρισε εκτεταμένες οικοδομικές επεμβάσεις, ο οικισμός από την πλευρά της εκκλησιαστικής διοίκησης υπάγεται στην επισκοπή Έλους, ενώ από την πλευρά του διοικητικού καθεστώτος περιλαμβάνεται στην περιφέρεια της καστροπολιτείας της Μονεμβασίας. Την περίοδο αυτή ο ναός της Κοίμησης διακοσμήθηκε στο εσωτερικό του με μαρμάρινο τέμπλο, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 12ου και στις αρχές του 13ου αιώνα. Η περίπτωση της ντόπιας οικογένειας των Κομνηνών, που σχετίζεται, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό (1081-1118), ερμηνεύεται στο πλαίσιο της ιεραρχικής και πολιτικής οργάνωσης της τοπικής κοινωνίας.


Στους ύστερους βυζαντινούς χρόνους (13ο-15ο αιώνα) ο οικισμός γνώρισε δημογραφική και οικιστική ανάπτυξη χάρη στα προνόμια και στις φοροαπαλλαγές που παραχώρησε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (1282-1328) σε όλη την περιοχή της Μονεμβασίας. Η τοπική παράδοση συνδέει τον οικισμό με τον Ανδρόνικο Β΄, ο οποίος φέρεται να επισκέφθηκε κατά το έτος 1300 την περιοχή της Μονεμβασίας. Σύμφωνα πάντοτε με την παράδοση, η αυτοκράτειρα Γιολάντα Μομφερρατική, γνωστή και ως Ειρήνη Κομνηνή Δούκαινα Παλαιολογίνα, ίδρυσε τον ναό της Κοίμησης, ενώ ο πατέρας της, μαρκήσιος Γουλιέλμος Ζ΄, κατά τη διάρκεια κυνηγετικής εκδρομής που είχε μαζί με τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ στην περιοχή της Απιδιάς, σκοτώθηκε και στη συνέχεια ενταφιάσθηκε στον ναό. Η παράδοση αυτή πιθανόν απηχεί την εύνοια του αυτοκράτορα για την περιοχή και ίσως υποδηλώνει την ανάπτυξη ιδιαίτερων επαφών των οικιστών με την αυτοκρατορική οικογένεια και ειδικά με τον θεοσεβή Ανδρόνικο Β΄, ο οποίος υπήρξε ιδιαίτερα λαοφιλής στη Λακωνία λόγω της αντιλατινικής πολιτικής του. Η αφιέρωση άλλωστε του ναού της Απιδιάς στην Κοίμηση της Θεοτόκου μπορεί να μην είναι άσχετη με τη διάδοση της λατρείας της Παναγίας την εποχή των Παλαιολόγων, κυρίως μετά την καθιέρωση του εορτασμού της Κοίμησης της Θεοτόκου κατά τον μήνα Αύγουστο από τον Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο. Την περίοδο αυτή, στην περιφέρειά του οικισμού ιδρύθηκαν ναοί που διακοσμούνται στο εσωτερικό τους με τοιχογραφίες και κατασκευάσθηκε μικρό οχυρό για την προστασία του πληθυσμού σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής.


Στο πλαίσιο της εμφύλιας διαμάχης που είχε ξεσπάσει στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα ανάμεσα στους Παλαιολόγους και τους Καντακουζηνούς, οι οικιστές της Απιδιάς είχαν ταχθεί μαζί με τον άρχοντα της Μονεμβασίας και άλλους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του Πάρνωνα στο πλευρό των Καντακουζηνών. Το 1391/1392 ο Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος έκαμψε την αντίσταση του άρχοντα της Μονεμβασίας Μαμωνά και παραχώρησε με αργυρόβουλλο λόγο προνόμια. Ωστόσο, τα προνόμια δεν αφορούσαν σε όλους γενικά τους κατοίκους του δεσποτάτου του Μορέως, καθώς εξαιρέθηκαν οι περιοχές του Πάρνωνα που είχαν προβάλλει σθεναρή αντίσταση, όπως η περιοχή των
πιδέων. Για πρώτη φορά τότε ο οικισμός αναφέρεται ως
πιδέα. Το τοπωνύμιο είναι φυτώνυμο και πιθανόν δηλώνει την καλλιέργεια και την παραγωγή απιδιών (αχλαδιών) στην περιοχή.


Μετά την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο, το έτος 1460, η Απιδιά περιήλθε, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα της Λακωνίας, στους Οθωμανούς. Τον 16ο αιώνα ο οικισμός υπάγεται στον καζά της Μονεμβασίας και παρουσιάζει, σύμφωνα με οθωμανικά κατάστιχα, αξιόλογη οινική παραγωγή, κατέχοντας σημαντικό μερίδιo στην παραγωγή του φημισμένου μονεμβάσιου ο
νου ή malvasia. Στη διάρκεια της βραχύβιας ανακατάληψης του Μοριά από τους Βενετούς, το έτος 1700 υπάγεται στη διοικητική περιφέρεια (territorio) της Μονεμβασίας και έχει πληθυσμό 208 ψυχές. Μετά την επάνοδο των Οθωμανών στο Μοριά το έτος 1715 υπέστη καταστροφή αλλά γρήγορα ανασυγκροτήθηκε, αριθμώντας μέχρι την αποτυχημένη εξέγερση του έτους 1770 400 ψυχές. Τα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός πληθυσμός του οικισμού δοκιμάσθηκε σκληρά από τη βαναυσότητα των Τουρκαλβανών αλλά τελικά κατάφερε να ανακάμψει και να συμμετάσχει ενεργά στην προετοιμασία του αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας. Στη διάρκεια της επανάστασης οι κάτοικοι της Απιδιάς προσέφεραν τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους, συμβάλλοντας αρχικά στην απελευθέρωση της Μονεμβασίας την 23 Ιουλίου 1821.


Την περίοδο της εμφύλιας διαμάχης (1823-1828) ο οικισμός έγινε πεδίο συγκρούσεων ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Το 1825 καταστράφηκε από τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά και το επόμενο έτος όσοι κάτοικοί του είχαν καταφύγει στην ορεινή Παλιόχωρα του Κυπαρισσίου πιάσθηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν σε αιγυπτιακά στρατόπεδα. Την εποχή του Καποδίστρια, από το 1828 έως το 1832, περιλαμβάνεται στη διοικητική περιφέρεια της Μονεμβασίας με πληθυσμό 146 ψυχές και αξιόλογη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή. Στους νεώτερους χρόνους σταδιακά παρουσίασε πληθυσμιακή αποδυνάμωση, με βασική αιτία την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Σήμερα, ο οικισμός συγκροτείται από λιθόκτιστα σπίτια των νεωτέρων χρόνων, τα οποία συνιστούν αντιπροσωπευτικά δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της νοτιοανατολικής Λακωνίας.



Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου.


Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα χριστιανικά μνημεία της νοτιοανατολικής Λακωνίας με μεγάλη ιστορική και αρχαιολογική αξία. Το έτος 1927 αποτέλεσε για πρώτη φορά αντικείμενο μελέτης από τον Αναστάσιο Ορλάνδο, διακεκριμένο αρχιτέκτονα-αναστηλωτή, ενώ αργότερα μελετήθηκε από τον βυζαντινολόγο Νικόλαο Δρανδάκη, ο οποίος φρόντισε κατά τη διάρκεια της θητείας του (1951-1962) ως επιμελητής των βυζαντινών αρχαιοτήτων στη Λακωνία για την κήρυξη του ναού ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου. Το μνημείο έχει καταχωρηθεί στη διεθνή βιβλιογραφία και αποτελεί σταθμό για την επιστημονική κοινότητα στη μελέτη της ναοδομίας του ελλαδικού χώρου.


Η σημερινή κατάσταση της διατήρησής του είναι αποτέλεσμα διαδοχικών οικοδομικών επεμβάσεων που έγιναν στο πέρασμα των αιώνων. Πρόκειται για τρίκλιτη θολοσκέπαστη βασιλική με τρεις ημικυκλικές αψίδες στα ανατολικά και νάρθηκα στα δυτικά.


Η τοπική παράδοση αποδίδει την ίδρυσή του στη σύζυγο του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου, τη Γιολάντα Μομφερρατική, γνωστή ως Ειρήνη Κομνηνή Δούκαινα Παλαιολογίνα. Σύμφωνα πάντοτε με την τοπική παράδοση, ο πατέρας της αυτοκράτειρας, μαρκήσιος Γουλιέλμος Ζ΄, κατά τη διάρκεια κυνηγετικής εκδρομής που είχε μαζί με τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ στην περιοχή της Απιδιάς, σκοτώθηκε και στη συνέχεια ενταφιάσθηκε στον ναό. Η παράδοση αυτή πιθανόν απηχεί την εύνοια του αυτοκράτορα για την περιοχή και ίσως υποδηλώνει την ανάπτυξη ιδιαίτερων επαφών των οικιστών με την αυτοκρατορική οικογένεια και ειδικά με τον θεοσεβή Ανδρόνικο Β΄, ο οποίος υπήρξε ιδιαίτερα λαοφιλής στη Λακωνία λόγω της αντιλατινικής πολιτικής του. Η αφιέρωση άλλωστε του ναού στην Κοίμηση της Θεοτόκου μπορεί να μην είναι άσχετη με τη διάδοση της λατρείας της Παναγίας την εποχή των Παλαιολόγων, κυρίως μετά την καθιέρωση του εορτασμού της Κοίμησης της Θεοτόκου κατά τον μήνα Αύγουστο από τον Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο.


Η αρχική οικοδομική φάση του ναού χρονολογείται, σύμφωνα με τα σωζόμενα κατασκευαστικά και μορφολογικά στοιχεία, στους όψιμους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, ανάμεσα στον 5ο και τον 9ο αιώνα. Κτίσθηκε στον αρχιτεκτονικό τύπο της ξυλόστεγης βασιλικής με τρία κλίτη, τα οποία χωρίζονταν μεταξύ τους μέσω κιόνων που στήριζαν τοξοστοιχίες. Οι μνημειακές διαστάσεις του ναού και η ποιότητα της κατασκευής του δείχνουν την ύπαρξη σημαντικής χριστιανικής κοινότητας στην περιοχή, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από άλλα κτηριακά κατάλοιπα αλλά και κινητά ευρήματα, όπως κεραμεική και νομίσματα.


Σε μια δεύτερη οικοδομική φάση που χρονολογείται στους μέσους βυζαντινούς χρόνους (10ο αιώνα) ο ναός μετασκευάσθηκε σε τρίκλιτη θολοσκέπαστη βασιλική. Η ξύλινη κεραμοσκεπή αντικαταστάθηκε με λιθόκτιστες καμάρες και στο εσωτερικό οι μαρμάρινοι κίονες, που στήριζαν τοξοστοιχίες, ενσωματώθηκαν εν μέρει σε τετράγωνους κτιστούς πεσσούς για την καλύτερη στήριξη της ανωδομής. Στα ανώτερα τμήματα της τοιχοποιίας τα παράθυρα αλλοιώθηκαν λόγω της αλλαγής του τρόπου στέγασης του ναού. Η μετασκευή αυτή του ναού στον τύπο της τρίκλιτης θολοσκέπαστης βασιλικής σηματοδοτεί τις νέες αναζητήσεις και τις εξελίξεις στην ναοδομία των μέσων βυζαντινών χρόνων, καθιστώντας το μνημείο αντιπροσωπευτικό δείγμα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής παράδοσης του νότιου ελλαδικού χώρου. Την ίδια περίοδο, το εσωτερικό του ναού διακοσμήθηκε με μαρμάρινο τέμπλο, που χρονολογείται εν μέρει στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα και στις αρχές του 13ου αιώνα. Στα τέλη του 13ου-αρχές του 14ου αιώνα χρονολογείται η μαρμάρινη σαρκοφάγος που αρχικά βρισκόταν στο εσωτερικό του ναού αλλά σήμερα είναι θραυσμένη και τρία τμήματά της έχουν εντοιχισθεί στο κωδωνοστάσιο. Πρόκειται για ταφικό γλυπτό, μοναδικό στην περιοχή της Μονεμβασίας και αντιπροσωπευτικό της ευμάρειας και της ακμής που γνώρισε η περιοχή κατά την περίοδο των Παλαιολόγων. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η σαρκοφάγος αυτή ανήκε στον πεθερό του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, τον Γουλιέλμο Ζ΄ Μομφερρατικό της Λομβαρδίας, ο οποίος φέρεται να έχει ενταφιασθεί στον ναό. Η παράδοση αυτή δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, διότι τα ιστορικά γεγονότα είναι διαφορετικά και η χρονολόγηση της σαρκοφάγου απέχει από αυτά. Η ιστορική αλήθεια όμως, που εμπεριέχει στον πυρήνα της, πιθανόν δείχνει ότι η σαρκοφάγος ανήκει σε κάποιο συγγενικό πρόσωπο της αυτοκρατορικής οικογένειας.


Στους νεώτερους χρόνους έγιναν μικρής έκτασης εργασίες συντήρησης και επισκευής του ναού. Το έτος 1887 επισκευάσθηκαν και αναδιαμορφώθηκαν τα ανοίγματα και κτίσθηκε το υψηλό κωδωνοστάσιο στη νοτιοδυτική εξωτερική γωνία του ναού. Το έτος 1923 το εσωτερικό του ναού επιστρώθηκε με τσιμεντένια πλακίδια. Την ίδια περίοδο πιθανόν κατασκευάσθηκαν τα εσωτερικά κονιάματα και τα γύψινα νεοκλασικά διακοσμητικά στοιχεία από Ζαρακίτες μαστόρους, μέλη της οικογένειας Βασιλείου. Τα τελευταία χρόνια έγινε προσθήκη κτίσματος στη βόρεια πλευρά του νάρθηκα με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του μνημείου.


 


Ο ναός της Κοίμησης αποτελεί το σημαντικότερο κρίκο σύνδεσης των σημερινών οικιστών της Απιδιάς με το ιστορικό παρελθόν των προκατόχων τους. Η ευθύνη για τη διαφύλαξη και την προστασία του μνημείου παραμένει μεγάλη, ο στόχος υψηλός και η προσπάθεια ατέρμονη.
 

Ἀπιδέα



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως. Νότιος πλευρά.



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως. Ἀνατολική πλευρά.



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως. Ἡ βόρειος πλευρά.



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως. Τὸ κωδωνοστάσιον.



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως. Κάτοψις.



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως. Τὸ τέμπλο.



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως.Τό τέμπλο τοῦ Διακονικοῦ.



Ὁ ναός τῆς Κοιμήσεως. Ἐσωτερική ἄποψις. Διακρίνεται ὁ ἐντοιχισμένος στὸν πεσσό κίων.



Ἡ βυζαντινή ψευδοσαρκοφάγος.



Ἐντοιχισμένο τμήμα βυζαντινῆς ψευδοσαρκοφάγου.



Ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Βασιλείου (14ου αἰ.).


 

Πηγή