Ποιήσῃ

Το Ταΰγετου τ περσμα

τοῦ Στρατοῦ Γεωργούλη

 

Θέλησα τοῦ Ταΰγετου να κανῶ τὸ ἀνέβασμα

καὶ στο φάραγγι τῆς Λαγγάδας ἤταν τὸ περᾷσμα.

Τὰ βράχια ἔδω ὀρθώνονταν μ` ἐγωισμὸ

φτιάχνοντας τὸ καθένα ἀπὸ ἕνα γκρεμό.

Ἡ φύσῃ τὴν ὀμορφιὰ τῆς βγάζει μὲ ἀγριάδα,

τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ να τὴν πυρώσουν θέλουν

μὲ τῆς πέτρας τὴν κρυάδα,

να μὴ λυπάται για τίποτα, οὔτε για τὴν ντροπὴ τοῦ Καιάδα.

Στο φάραγγι τὸ νερὸ κρύβει τὸ παραπονο,

τρέχει μὲ βουητό, τὴν ἐρημία παίρνει στο κυνηγητό,

τὰ ἀγριεύει ὅλα ἔδω τὸ βουνό.

Στην κορυφὴ ἡ ἠρεμία περιμένει,

ἡ ἀποστάσῃ μὲ τὸν οὐρανὸ κονταίνει,

ἡ πόρτα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ μυαλοῦ,

τὸ βλέμμα, κοιτάζει γύρω τοῦ

δεν χορταίνει, μέχρι τοῦ ὁρίζοντα τὸ τέρμα.

Κατεβαίνοντας πρὸς τὴν Μεσσηνιακὴ γῆ,

τοῦ Νέδοντα ἀκούω τὸ βοητό,

ἔρχεται μέσα ἀπὸ πηγή, τοῦ βουνοῦ ἐκφράζει τὸ θυμό.

Θέλει να φυλάξει τὴν ἠρεμία στην κορυφή,

ὅπου ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, οἱ θεοί,

ὁ Θεὸς κατοικεῖ.