Ἠφαιστειακὰ πετρώματα στην Ἀπιδέα Λακωνίας

ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ

Η ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑΚΩΝ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ
ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΠΙΔΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΛΑΚΩΝΙΑΣ

ΑΠΟ
Ν. ΜΕΛΙΔΩΝΗ & Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΑΘΗΝΑ, 1979


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Περιλήψη

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

II. ΓΕΩΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α. ΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΓΕΩΛΟΓΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

1. Σειρὰ μεταμορφωμένων πετρωμάτων

2. Ἠφαιστειακὰ πετρώματα

3. Πετρώματα τῆς «Ὑποζώνης Τριπόλεως»

4. Νεοτριτογενεὶς καὶ τεταρτογενεὶς ἀποθέσεις

Β. ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

III. ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΩΝ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΝ

1. Διασπαρτὸς τύπος μεταλλοφορίας

2. Τύπος συμπαγοῦς μεταλλοφορίας

3. Φλεβικὸς τύπος μεταλλοφορίας

Β. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΤΥΠΩΝ

1. Ὀρυκτολογικὴ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος συμπαγοῦς τύπου

2. Ὀρυκτολογικὴ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος διασπάρτου τύπου

3. Ὀρυκτολογικὴ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος φλεβικοὺ τύπου

Γ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΧΗΜΙΚΗ PROSPECTION (ΜΕΤΑΛΛΟΜΕΤΡΙΑ)

Δ. ΜΕΤΑΛΛΟΓΕΝΕΣΗ

1. Περὶ τῆς θερμοκρασίας ἀποχωρισμοῦ τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν

2. Περὶ τῆς ἑστιᾷς ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέῤῥευσαν τὰ μεταλλοφόρα θερμοδιαλύματα

Ε. ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΩΝ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΠΙΔΙΑΣ.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΑ ΑΥΤΩΝ

Βιβλιογραφία
-------------------------------

Η ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑΚΩΝ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ
ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΠΙΔΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΛΑΚΩΝΙΑΣ

Περιλήψη

Στῇ μελέτη αὐτὴ περιλαμβάνονται τὰ ἀποτελέσματα σειρὰς ἐργασιῶν ὑπαίθρου (ἐκτεταμένες κοιτασματολογικὲς ἀναγνωρίσεις, γεωλογικὲς - κοιτασματολογικὲς χαρτογραφήσεις, δειγματοληψίες, γεωχημικὴ prospection) καὶ ἐργαστηριακὼν (ὀρυκτολογικοὶ - πετρολογικοὶ προσδιορισμοί, χημικὲς ἀναλύσεις), οἱ ὁποῖες ἀποσκοποῦσαν:

 

(α) στην ἑξακρίβωση τῶν προοπτικῶν για τὶς οἰκονομικὲς ὑποσχέσεις τῶν ἐμφανίσεων μὲ ὀρυκτὰ τοῦ Cu τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας (ΝΑ Λακωνία, βορείως τῶν Μολάων) καὶ

(β) στῇ διατύπωση, σὲ περιπτωση θετικὲς ἀπαντήσεως στο πρῶτο ἐρώτημα, ἑνὸς προγράμματος ὁριστικῆς κοιτασματολογικὴς μελέτης τῆς περιοχῆς αὐτῆς.

 

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν προέκυψαν τὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα:

 

Στῇ γεωλογικὴ δομὴ τῆς περιοχῆς που ἐρευνήθηκε μετέχουν ἀφ΄ ἑνὸς μὲν μέλῃ τῆς γεωτεκτονικὴς ἑνότητάς που εἲναι γνωστὴ σὰν «Μεταμορφωμένο ὑποβαθρο κεντρικὴς Πελοποννήσου – Κρήτης» (Κατώτερη καὶ Ἀνώτερη σειρά), ἀφ' ἑτέρου δὲ μέρος τῶν ἰζηματογενὼν σειρῶν τῆς «Ὑποζώνης Τριπόλεως». Ἐπάνω στα προηγούμενα πετρώματα ἔχουν ἀποτεθεῖ ἱζήματα πλειοπλειστοκαινικὴς καὶ ὁλοκαινικὴς ἡλικίας διαφόρων φάσεων. Μὲ τὸ «Μεταμορφωμένο ὑποβαθρο» καὶ κυρίως μὲ τὴν Ἀνώτερη σειρὰ αὐτοῦ (τὰ νεοπαλαιοζωικὴς ἡλικίας «Στρώματα Τυροῦ») σχετίζεται ἕνα σύνολο ἠφαιστειακὴς προελεύσεως πετρωμάτων, οἱ κύριοι τόποι τῶν ὁποίων εἲναι ἀνδεσιτικὴς συστάσεως. Μὲ τὰ τελευταῖα αὐτὰ πετρώματα εἲναι συνδεδεμένη ἡ χαλκοῦχος μεταλλοφορία, ἡ ὁποία καὶ ἀποτέλεσε τὸ ἀντικείμενο τῶν ἐρευνητικῶν μας προσπαθειῶν. Διακρίναμε τρεῖς κοιτασματολογικοὺς τόπους:

 

τὸ συμπαγῆ, τὸ διασπαρτο καὶ τὸ φλεβικό

καθενὰς ἀπὸ τοὺς ὁποίους χαρακτηρίζεται ἀπὸ τῇ συνυπάρξῃ ἰδίων συνδυασμῶν φάσεων.

Ἔτσι, στον μὲν πρῶτο τόπο συνυπάρχουν οἱ συνδυασμοὶ

σιδηροπυρίτης + αἱματίτης, σιδηροπυρίτης + αἱματίτης + μαγνητίτης, σιδηροπυρίτης + μαγνητίτης + μαγνητοπυρίτης,

 

στον δὲ δεύτερο (ὁ ὁποῖος εἴναι, καὶ ὁ πιὸ διαδεδομένος) οἱ συνδυασμοὶ

 

σιδηροπυρίτης + χαλκοπυρίτης καὶ βορνίτης + χαλκοπυρίτης + σιδηροπυρίτης.

 

Τὸ μετάλλευμα καὶ τῶν δύο τύπων ποῦ εἲναι προσιτὸ στον ἐρευνητῇ ἔχει ὑποκύψει - καὶ μάλιστα σὲ πολὺ μεγάλη κλίμακα – στις ἐπιδράσεις ὀξειδωτικὼν παραγόντων, μὲ ἀποτέλεσμα σὲ μερικὲς περιπτώσεις να ἀποτελεῖται τοῦτο ἀποκλειστικὰ σχεδὸν ἀπὸ ὑπεργενετικὰ ὀρυκτά, μεταξὺ τῶν ὁποίων κυριαρχοὺν τά: χαλκοσίνης, (νεο) διγενίτης, κοβελλίνης, ἰδαίτης, αὐτοφυὴς χαλκός, κυπρίτης (χαλκοτριχίτης), τενορίτης (μελακονίτης), γκαιτίτης, ἀζουρίτης καὶ μαλαχίτης.

 

Ἔκδηλος φλεβικὸς τύπος πρωτογενοῦς θειούχου μεταλλοφορίας μέσα στην ὑπὸ μελέτη περιοχὴ δεν ἐντοπίσθηκε. Ἡ ὑπάρξῃ τῆς πιθανολογείται ἁπλῶς καὶ συνδέεται μὲ τὰ ἐκεῖ ῥήγματα ΒΑ-ΝΔ διευθύνσεως, κατὰ μῆκος τῶν ὁποίων ἀπαντῶνται, ὑπεργενετικὲς ἑνώσεις τοῦ Cu (ὀξείδια καὶ κυρίως ἀνθρακικά). Τὰ ῥήγματα αὐτὰ εἲναι πιθανό, ὅτι εἲναι ὁμόλογα ἐκείνων τῆς γειτονικὴς «Ῥηξιγενοὺς ζώνης Βαρυπάτης – Μολάων», ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐλέγχεται, ἡ ἐκεῖ φλεβικοὺ τύπου θειοῦχος μεταλλοφορία Zn, Pb καὶ Cu.

 

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν μεταλλαγῶν ποῦ ἔχουν ὑποστεῖ τόσο οἱ ἠφαιστίτες - φορεῖς τῶν διαφόρων μεταλλικῶν ὀρυκτῶν (σερικιτίωση, προπυλιτίωση, ἐπιδοτιτίωση, πυριτίωση, καολινιτίωση κλπ.), ὄσο καθ΄ τὰ γειτονικὰ πρὸς αὐτοὺς πετρώματα, σὲ συνδυασμὸ μὲ τοὺς ἀνατομικοὺς χαρακτῆρες τῶν διαφόρων συγκεντρώσεων μεταλλικῶν ὀρυκτῶν, τὶς παραγενέσεις τοὺς καὶ τὰ δεδομένα τῆς Πειραματικὴς Πετρολογίας, ὁδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα, ὅτι ἡ μεταλλογένεση ὀφείλεται σὲ ὑδροθερμικὰ διαλύματα, οἱ θερμοκρασίες τῶν ὁποίων ἤταν τέτοιες, ὥστε τὰ μὲν «χορτάσματα» συμπαγοῦς καὶ διασπάρτου τύπου να μποροὺν να χαρακτηρισθοὺν σὰν μεσοθερμικά, ἐκείνα δὲ τοῦ φλεβικοὺ τύπου σὰν ἐπὶ - ἐῷς μεσοθερμικά.

 

Σὲ ὅτι ἀφορᾷ στις πηγές, ἀπὸ τὶς ὅποιες ἀπέῤῥευσαν τὰ θερμοδιαλύματα, ὅλα τὰ δεδομένα ὁδηγοὺν στο συμπέρασμα, ὅτι αὐτὲς μπορεῖ να συσχετισθοὺν μὲ τις ὑποηφαιστειακὲς μαγματικὲς ἐστίες, μὲ τις ὁποῖες σχετίζονται γενετικὰ καὶ τὰ ἐκεῖ ἠφαιστειακὰ καὶ ὑποηφαιστειακὰ πετρώματα.

 

Ἀπὸ τὰ στοιχεῖά που συγκεντρώθηκαν μέχρι τώρα καὶ ποῦ ἀφοροὺν στις ποσοτικὲς καὶ ποιοτικὲς παραμέτρους τῶν διαφόρων μεταλλοφόρων ἐμφανίσεων τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας, διαμορφώνεται, γι' αὐτὲς μία εἰκόνα, ἡ ὁποία - ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς γεωλογίας - δεν εἲναι μὲν θετική, εἴναι, ὅμως τέτοια ὥστε να προσελκύεται, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἐρευνητῇ. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ συντάχθηκε πρόγραμμα ἐργασιῶν, ποὺ ἀποσκοπεῖ στην ὁριστικὴ κοιτασματολογικὴ μελέτη τῆς περιοχῆς, τὸ ὁποῖο ἀναλύεται, σὲ σχετικὴ ὑπηρεσιακὴ Ἔκθεση, ποὺ κατατέθηκε στο Ἀρχεῖο τοῦ Ι.Γ.Μ.Ε.
 

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Στῇ γεωλογικὴ δομὴ τοῦ ΝΑ τμήματος τῆς Πελοποννήσου μετέχουν καὶ ἠφαιστειακὰ πετρώματα, ἀνδεσιτικὴς κυρίως συστάσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ περισσότερο χαρακτηριστικὸς καὶ ἀρκετὰ διαδεδομένος τύπος εἴναι, γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνορωμαϊκὴ ἐποχὴ σὰν «porfido verde antico». Ὁ Παυσανίας, για τὰ ἴδια πετρώματα, χρησιμοποιεῖ τὸν ὄρο «Κροκεάτης λίθος». Ἐκτὸς τῶν τυπικῶν ἠφαιστιτὼν ἀπαντῶνται τόφφοι, τοφφίτες, πυροκλαστικὰ κ.α., τὸ ποσοστὸ μάλιστα τῶν ὁποίων εἲναι σαφῶς μεγαλύτερο ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν πρώτων.

 

Μέσα στην ἴδια περιοχὴ ἔχουν ἐντοπισθεῖ πολυάριθμες μικροεμφανίσεις θειούχων ἑνώσεων διαφόρων μετάλλων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἄλλες εἲναι ἄμεσα καὶ ἄλλες ἔμμεσα συνδεδεμένες μὲ τὰ ἐκρηξιγενὴ πετρώματά που προαναφέρθηκαν καί που προκαλέσαν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν μεταλλευτῶν ἀπὸ τὰ πολὺ παλιὰ χρόνια. Τὸ ἐνδιαφέρον δεν περιορίσθηκε μόνο στην ἔρευνα - ἡ ὁποία, σὲ μερικὲς περιπτώσεις, ἤταν ἐκτεταμένη καὶ σοβαρὴ - ἀλλὰ ἐπεκτάθηκε, σὲ δύο τουλάχιστον τοποθεσίες (Βαρυπάτη καὶ Βλαχανδρέας, ποὺ βρίσκονται βορείως τῶν Μολάων καὶ μέσα στον κοινοτικὸ τοὺς χῶρο), καὶ σὲ ἐκμετάλλευση.

Οἱ περιοχὲς μὲ τῇ μεγαλύτερη συγκέντρωση ἐμφανίσεων ἀπὸ χαλκούχα ὀρυκτὰ βρίσκονται:

 

- στην ἐπαρχία Κυνουρίας τοῦ Νόμου Ἀρκαδίας (μεταξὺ τῶν χωρίων Βλησιδιὰ καὶ Μαρί).

- στην ἐπαρχία Ἐπιδαύρου - Λιμηρὰς τοῦ Νόμου Λακωνίας (μεταξὺ τῶν χωρίων Παπαδιάνικα – Φοίνικι - Φλόκα καὶ μέσα στα ὅρια τῆς κοινότητας Ἀπιδίας, βλ. Σχ. 2) καὶ

- στην ἐπαρχία Λακεδαίμονος τοῦ Νόμου Λακωνίας (νοτίως τῆς κωμοπόλεως τῶν Κροκέων).

 

Ἡ περιοχή, τῆς ὁποίας ἐξετάζεται ἢ γεωλογικὴ κατασκευὴ καὶ μεταλλοφορία, βρίσκεται στα ὅρια τοῦ κοινοτικοὺ χώρου Ἀπιδίας, βόρεια δηλ. τῆς κωμοπόλεως τῶν Μολάων. Εἴναι, αὐτονόητο ὅτι, ἡ ἐργασία ὑπαίθρου, ποὺ πρα¬γματοποιήθηκε κατὰ τῇ διαρκεια τῆς ἔχει μεταβάσεως μας, δεν ἤταν δυνατὸ να περιορισθεῖ μέσα στα σχετικὰ στενὰ πλαίσια τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας, ἀλλὰ ἐπεκτάθηκε καὶ πολὺ πιὸ ἔξω ἀπ' αὐτή.


ΣΧΕΔΙΟ 1: Ἡ γεωγραφικὴ θέση τῆς περιοχῆς ἐργασιῶν
 

Μὲ τὴν κοιτασματολογία τοῦ τμήματος τῆς ΝΑ Πελοποννήσου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου τοποθετείται καὶ ἡ ὑπὸ μελέτη περιοχή, ἀσχολήθηκαν διάφοροι κατὰ καιροὺς ἐρευνητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρουμε τούς:

 

Ἀναστόπουλο, I. & Παπανικολάου, Ν. (1958), οἱ ὁποῖοι περιέγραψαν μερικὲς ἀπὸ τὶς ἐμφανίσεις τῆς περιοχῆς καὶ προέβησαν σὲ προτάσεις για τίς, κατὰ τῇ γνώμῃ τούς, ἀξιολογότερες ἀπ' αὐτές.

 

Παρασκευόπουλο, Μ. Γ. (1960), ὁ ὁποῖος μελέτησε ὁρισμένες ἐμφανίσεις τῶν ἠφαιστιτὼν τοῦ Ν. Λακωνίας καὶ κατέληξε στο συμπέρασμα, ὅτι ἡ γένεση τοὺς ὀφειλέται σὲ ἐνδομαγματικὰ φαινόμενα.

 

Gruszczyk, H. Haranczyk, C.* (* Τῆς Μεταλλευτικῆς Ἀκαδημίας τῆς Κρακοβίας) & Μελιδώνη, Ν. (1970), οἱ ὁποῖοι, στα πλαίσια μιᾶς γενικῆς κοιτασματολογικὴς ἀναγνωρίσεως τῆς Πελοποννήσου καὶ μὲ βάσῃ τὰ ἀποτελέσματα ποῦ προέκυψαν ἀπὸ τὴν ἀναλύσῃ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς, προτεῖναν τὴν ἐφαρμογὴ (σὲ ὁλοκληρο τὸ χῶρο τῆς περιοχῆς τῶν ἠφαιστιτὼν) ἑνὸς πλήρους ἐρευνητικοῦ προγράμματος, ποὺ θὰ ἐκτελεῖτο κατὰ στα¬δια καὶ τὸ ὁποῖο ἀναλύεται σὲ ἔκθεση μὲ τὸν τίτλο «Περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς κοιτασματολογικὴς ἀναγνωρίσεως τῆς Πελοποννήσου».

 

Young, D.J.* (* Γεωλόγος τῆς Ἑταιρείας Bethlehem Steel) (1973), ὁ ὁποῖος, μετὰ τῇ γεωλογικῇ χαρτογράφηση τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας σὲ κλίμακα 1:5.000 καὶ τῇ μεταλλομετρία ἐδάφους, ἐπέλεξε μερικὲς περιοχὲς ἐνδιαφέροντος, τῶν ὁποίων προτείνει τῇ λεπτομερέστερη διερεύνηση μὲ ἐφαρμογῇ καὶ γεωφυσικῶν μεθόδων.

 

Η Δ/νση Κοιτασματολογίας τοῦ Ι.Γ.Μ.Ε. τὸ καλοκαίρι τοῦ 1976 ἄρχισε τὴν ἐκτέλεση τοῦ πρώτου σταδίου τοῦ προγράμματος τῶν H. Gruszczyk, C. HAranczyk καὶ Ν. Μελιδώνη, ποῦ ἀφοροῦσε τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῶν Μολάων καὶ τὸ ὁποῖο ἀναπροσαρμόσθηκε ἐν μέρει, μὲ βάσῃ τὰ νεοτέρα δεδομένα. Στα πλαίσια αὐτοῦ πραγματοποιήθηκε (σὲ συνεργασία μὲ τὸ Παράρτημα Ι.Γ.Μ.Ε. Τριπόλεως) καὶ ἡ γεωλογικὴ - κοιτασματολογικὴ χαρτογράφηση τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας σὲ κλίμακα 1:20.000. Τὰ γενικὰ συμπεράσματα καὶ ἔνας προγραμματισμὸς συνεχίσεως τῆς ἐρεύνας στις περιοχές που παρουσιάζουν κάποιο ἐνδιαφέρον περιλαμβάνονται σὲ προδρομη ἔκθεση (Ἀγγελόπουλος, Κ. κ.α., 1977).

II. ΓΕΩΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α. ΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗ ΓΕΩΛΟΓΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Ἀπὸ τὶς γεωλογικὲς κ.α. ἐργασίες που ἔχουν διεξαχθεῖ μέχρι τώρα στην εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Ν. Πελοποννήσου, μέρος τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ καὶ ἡ περιοχὴ Ἀπιδίας, ἔχει, γίνει σαφὲς ὅτι στῇ δομὴ τῆς μετέχουν σχηματισμοῦ ἀπὸ τὶς δύο κυριότερες γεωτεκτονικὲς ἑνότητες, δηλ. τοῦ «Μεταμορφωμένου ὑποβάθρου κεντρ. Πελοποννήσου – Κρήτης» (ὅπως ὀνομαζόταν μέχρι, πρόσφατα) καὶ τῆς «Ὑποζώνης Τριπόλεως», πάνω στους ὁποίους ἔχουν ἀποτεθεῖ ἱζήματα πλειοπλειστοκαινικὴς καὶ ὁλοκαινικὴς ἡλικίας, διαφόρων φάσεων (χερσαία, λιμναία, θαλάσσια κλπ.). Ἐκτὸς αὐτῶν ἀπαντῶνται, καὶ ἠφαιστειακὰ πετρώματα, τὸ ἄμεσο γεωλογικὸ πλαίσιο τῶν ὁποίων ἀποτελοῦν τὰ ἔχει μεταμορφωμένα πετρώματα, για τὰ ὁποῖα ὁ λόγος στῇ συνέχεια.

1. Σειρὰ μεταμορφωμένων πετρωμάτων

Ἡ σειρὰ αὐτὴ στην ὑπὸ μελέτη περιοχὴ διαφορίζεται σὲ δύο ἐπὶ μέρους σειρὲς ἢ ἀκολουθίες στρωμάτων (Κατώτερη καὶ Ἀνώτερη), τὰ μέλη τῶν ὁποίων παρουσιάζουν ἔντονες καὶ σαφεῖς, «κατὰ τὸ μᾶλλον ἡ ἧττον», διαφορές.

Ἡ Κατώτερη σειρὰ ἢ Σειρὰ φυλλιτὼν ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ σχιστόλιθους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐπικρατοῦν οἱ μαρμαρυγιακοὶ (σερικιτικοὶ συνήθως) καὶ οἱ χλωριτικοί. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τοὺς τυπικοὺς σχιστόλιθους ἐντοπίσθηκαν φυλλίτες διαφόρων ποικιλιῶν, ὅπως ἐπίσης καὶ πλακώδη ἕως λεπτοπλακώδη μάρμαρα, τὰ ὁποῖα μάλιστα κατὰ θέσεις εἲναι δολομιτικά.

 

Ἀναφέρεται, ὅτι σὰν πετρογενετικὸ ὀρυκτολογικὸ συστατικὸ τῶν πιὸ πάνω σχιστόλιθων μετέχει, σὲ μερικὲς θέσεις καὶ ὁ αἱματίτης (συνήθως ἀλύγιστος), ὁ ὁποῖος μάλιστα, στις περιπτώσεις που παρουσιάζεται σὰν κύριο συστατικό, μετατρέπει αὐτοὺς σὲ μετάλλευμα σιδήρου. Σὰν χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς σειρᾶς αὐτῆς θὰ πρέπει ἐπίσης να ἀναφερθεῖ ἡ παρουσία μεταξὺ τῶν διαφόρων τύπων σχιστόλιθων, καὶ κυρίως τῶν σερικιτικών, φακοειδοὺς ἀναπτύξεως κοιτῶν χαλαζία περιορισμένων πάντοτε διαστάσεων (μεγίστου μήκους μέχρι καὶ 10m καὶ πάχους μέχρι 2 Ταὐτόν).

 

Σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις οἱ πιὸ πάνω κοῖτες εἲναι φορεῖς καὶ διαφόρων μεταλλικῶν ὀρυκτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχουν προσδιορισθεῖ αἱματίτης καὶ σειρὰ ἀπὸ διάφορα σουλφίδια, ἡ οἰκονομικὴ σημασία τῶν ὁποίων εἴναι, σὲ ὄλες τις περιπτώσεις, ἀσημάντη. Ἑξαίρεση ἀποτελέσαν οἱ χαλαζιακοὶ φακοὶ μὲ βαρετή, ὁ ὁποῖος ὕπηρξε ἀντικείμενο ἐκμεταλλεύσεως σὲ πολὺ περιορισμένη κλίμακα (περιοχὲς Καρταμπανίων, Κορώγονα, Σκληροῦ κ.α.).

 

Γενικά, τὰ πετρώματα τῆς Κατώτερης σειρᾶς εἲναι προϊόντα μεταμορφισμοὺ ἱζημάτων (παραπετρώματα) καὶ μόνο κατὰ ἕνα μικρὸ ποσοστὸ ἀντιστοιχοὺν σὲ προϊόντα (θερμοδυναμικοῦ) μεταμορφισμοὺ μαγματιτών.

 

Στοιχεῖα για τὸ πάχος τῆς Κατώτερης ἀκολουθίας δεν προκύπτουν ἀπὸ τὴν ἀναλύσῃ τῆς γεωλογικῆς δομῆς τῆς περιοχῆς που χαρτογραφήθηκε. Μὲ βάσῃ ὅμως τὰ δεδομένα που ἔχουν προκόψει, ἀπὸ τὴν ἀναλύσῃ ἄλλων, γειτονικών, πε¬ριοχὼν τῆς Πελοποννήσου (π.χ. Ταϋγέτου, περιοχὴ Λεωνιδίου), μπορεῖ να ὑποστηριχθεῖ ὅτι τὸ πάχος τῆς εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ 500m. Στο σημεῖο αὐτὸ θὰ ἤταν σκόπιμο να ἀναφερθεῖ ὅτι, ὅπως προέκυψε ἀπὸ τελευταῖες γεωλογικὲς ἐργασίες, σὰν ὑποκείμενο τῆς Κατώτερης σειρᾶς τῶν μεταμορφιτὼν τῆς Πελοποννήσου παρουσιάζονται, οἱ «πλακώδεις ἀσβεστόλιθου» (Plattenkalke, βλ. καὶ κεφάλ. περὶ τῆς Τεκτονικής).

 

Ἡ Ἀνώτερη σειρά, ἡ ὁποία εἴναι, γνωστὴ στῇ βιβλιογραφία σὰν «Στρώματα Τυροῦ*» (* Ὁ ὅρος ὀφείλεται στον Κ. Κτενά, ὁ ὁποῖος πρῶτος τὰ ἐντόπισε καὶ τὰ περιέγραψε στην ἐργασία τοῦ: «Formations prismaires semimetamorphiques au Peloponnese central» - C.R. Somm. Soc. Geol. Fr. 1924), ὑπερκεῖται, τῆς προηγουμένης μὲ στρωματογραφικὴ συμφωνία. Προκεῖται, για ἕνα σύνολο ἀπὸ ἐναλλαγὲς ἀργιλικὼν σχιστόλιθων, ψαμμιτών, ψαμμιτικὼν ἀσβεστόλιθων καί, σὲ ὁρισμένες θέσεις, μαρμάρων, μεγίστου πάχους λίγων ἑκατονταδῶν Ταὐτόν. Μὲ βάσῃ τὰ ἀπολιθώματά που ἀνευρέθηκαν στις ἀσβεστολιθικὲς παρεμβολές, τὰ στρώματα αὐτὰ χρονολογήθηκαν ἀπὸ τὸν Κ. Κτένα (1924) σὰν νεοπαλαιοζωικά.

 

Μὲ βάσῃ τὰ προηγούμενα, δηλ. τὶς στρωματογραφικὲς σχέσεις μεταξὺ Σειρὰς τῶν φυλλιτὼν καὶ Στρωμάτων Τυροῦ, μποροῦμε να διατυπώσουμε τὴν ἄποψη, ὅτι, ἡ ἡλικία τῆς Κατώτερης σειρᾶς εἴναι, καὶ αὔτη νεοπαλαιοζωικὴ ἢ ὁπωσδήποτε ὄχι, σαφῶς παλαιοτερη ἐκείνης τῆς Ἀνώτερης σειρᾶς.

 

Σημειούται, τέλος, ὅτι, τὰ «Στρώματα Τυροῦ» ἐμφανίζονται, καὶ ἐντὸς τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας, ἀλλὰ σὲ περιορισμένη κλίμακα (βλ. Σχ. 2).

Μὲ τὶς πιὸ πάνω ἀκολουθίες εἲναι συνδεδεμένο ἕνα σύνολο πετρωμάτων ἠφαιστειακὴς προελεύσεως, μὲ τὰ ὁποῖα παρουσιάζει, γενετικὲς σχέσεις ἢ χαλκοῦχος μεταλλοφορία καὶ για τὰ ὁποῖα ὁ λόγος στῇ συνέχεια.

2. Τὰ ἠφαιστειακὰ πετρώματα

Μετέχουν, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, στῇ γεωλογικὴ δομὴ τόσο τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας ὄσο καὶ τῆς εὐρύτερης, κατὰ σημαντικὸ σὲ μερικὲς περιπτώσεις ποσοστό. Τὰ πετρώματα αὐτὰ διαφορίζονται σὲ δύο γενικὰ κατηγορίες, στῇ μία ἀπὸ τὶς ὅποιες περιλαμβάνονται τυπικοὶ ἔκχυτοι ἠφαιστειακοὶ τύποι (λάβες), ἐνῶ στην ἄλλη ἕνα σύνολο ἀπὸ πυροκλαστικὰ γενικὰ πετρώματα.

Τὰ πυροκλαστικὰ παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, ἀναλόγως τοῦ μεγέθους τῶν συστατικῶν τούς. Ἔτσι, διακρίνουμε σποδίτες (προϊόντα συγκολλήσεως πολὺ λεπτόκοκκου ὑλικοῦ), τόφφους (οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπικρατοῦν) καὶ ἠφαιστειακὰ λατυποπαγὴ (μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἲναι προϊόντα συγκολλήσεως ἠφαιστειακὼν βολίδων). Τὸ χρῶμα τοὺς εἶναι γενικὰ πρασινότεφρο, μεταπίπτει ὅμως κατὰ θέσεις καὶ σὲ ἰῶδες.

 

Οἱ τυπικοὶ ἠφαιστίτες χαρακτηρίζονται ἀπὸ μία μικρὴ σχετικὰ κλίμακα διαφορισμού. Ἀπουσιάζουν για παράδειγμα τὰ ὄξινα μέλῃ, ἐνῶ τὰ μέσης βασικότητας εἲναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπικρατέστερα. Ὁ ἱστὸς τοὺς παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Διαπιστώθηκε ἢ συνυπάρξῃ ὑελωδών, φελσιτικών, προφυριτικὼν καί, σπανιότερα, ἀφανιτικὼν τύπων. Σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις πιστοποιήθηκε ἡ παρουσία ἠφαιστιτὼν μὲ ἀμυγδαλολίθους. Ὁ χαρακτηριστικότερος καὶ πιὸ διαδεδομένος τύπος ἠφαιστίτη μὲ πορφυριτικὸ ἰστὸ εἲναι ὁ «κροκεάτης λίθος» (γνωστὸς καὶ σὰν «porfido verde antico»), οἱ φαινοκρύσταλλοι τοῦ ὁποίου (μήκους μέχρι καὶ 2,5 στῇ) ἀντιπροσωπεύονται ἀπὸ ἀνοικτοπράσινα μέχρι λευκοῦ χρώματος πλαγιοκλαστά, τὰ ὁποῖα "κολυμβοὺν" μέσα σὲ μία μικρὸ-κρυσταλλικὴ θεμελιώδη μᾶζα ποῦ ἔχει συνήθως πράσινο ἕως βαθυπράσινο χρῶμα. Δεν εἲναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες τὸ χρῶμα τῆς θεμελιώδους μάζας μεταπίπτει σὲ ἐρυθροκάστανο ἢ καὶ ἰῶδες.

 

Θὰ πρέπει να σημειωθεῖ, ὅτι τὰ ἠφαιστειακὴς προελεύσεως πετρώματα ἔχουν ὑποστεῖ σὲ μερικὲς περιοχὲς (θερμό;) δυναμικὲς ἐπιδράσεις, συνεπεία τῶν ὁποίων ἄλλοτε δείχνουν ἁπλῆ σχιστότητα καὶ ἄλλοτε ἀσθενῆ μεταμόρφωση.

 

Ἀναλύθηκαν χημικὼς δύο δείγματα πετρωμάτων, για τὰ ὁποῖα μπορεῖ να ὑποστηριχθεῖ ὅτι εἲναι ἀντιπροσωπευτικὰ τοῦ μεγαλύτερου ποσοστοὺ τῶν τυπικῶν ἠφαιστιτών, τόσο τῆς ὑπὸ μελέτη ὄσο καὶ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν χημικὼν ἀναλύσεων περιλαμβάνονται, στον πίνακα 1.

ΣΧΕΔΙΟ 2

Ὁ πίνακας 2 περιλαμβάνει τὰ χημικὰ μεγέθη κατὰ Niggli, si, al, fm, c, alk, ti, k, mg, c/fm καὶ τὸν «ἀριθμὸ χαλαζία» (qz), ποὺ ὑπολογίσθηκαν ἀπὸ τὰ δεδομένα τοῦ πίνακα 1.

 

Ἀπὸ τὶς τιμὲς τοῦ πίνακα 2 προκύπτει ὅτι τὰ δείγματά που ἀναλήθηκαν ἀντιστοιχοὺν σὲ δύο συγγενεῖς μεταξὺ τοὺς μαγματικοὺς τύπους τῆς ἀσβεσταλκαλιούχου σειρᾶς (Kalkalkalireihe) τοῦ συστήματος τῶν Burri Ταὐτόν. καὶ Niggli P. (1945, 1949). Πιὸ συγκεκριμένα, τὸ μὲν πρῶτο ἂπ' αὐτὰ ἀντιστοιχεῖ στην ὁμάδα Ταὐτὸν τῆς σειρᾶς που προαναφέρθηκε, δηλ. στα "γρανοδιοριτικὰ μάγματα" (Granodioritische Magmen), τὸ δὲ δεύτερο στην ὁμάδα Ταὐτόν, δηλ. στα "χαλαζιοδιοριτικὰ μάγματα" (Quarzdioritische Magmen). Μὲ βάσῃ, εἰδικότερά τις τιμὲς si τὸ μάγμα που ἀντιστοιχεῖ στο πρῶτο πέτρωμα χαρακτηρίζεται, σὰν "οὐδέτερο", ἐνῶ ἐκεῖνό που ἀντιστοιχεῖ στο δεύτερο χαραχτηρίζεται σὰν "βασικό". Ἀπὸ τῇ σχέση τῶν τιμῶν alk καὶ al συμπεραίνεται, ὅτι ἀμφότεροι, οἱ μαγματικοὶ τύποι εἴναι, "σχετικὰ πτωχοὶ σὲ ἀλκάλια" (relative alkaliarm) καί, μὲ βάσῃ τὶς τομὲς Ταὐτόν, c- πλούσιοι (Ταὐτὸν- reiche Magmen). Παραστατικὴ ἀπεικόνιση τῶν πιὸ πάνω σχέσεων παρέχεται μὲ τὸ διάγραμμα τοῦ Σχήματος 3.

Στα ἴδια γενικὰ συμπεράσματα καταλήγει – ἀπὸ τὴν πετροχημικὴ ἐπεξεργασία 5 δειγμάτων τῶν περιοχῶν Κροκέων καὶ Φοινικίου – καὶ ὁ Μαράκης, Γρ. (1965). Ὁ ἴδιος μὲ βάσῃ καὶ τὰ δεδομένα ἀπὸ τὴν γενικὴ πετρογραφικὴ μελέτη, χαρακτηρίζει τὰ πετρώματα αὐτὰ σὰν ὀλιγοκλαστικοὺς ἀνδεσίτες μὲ σαφῆ σπιλιτικὴ τάση.

 

Ἡ παρουσία τοφφιτὼν καὶ μορφῶν pillow lava ὁδηγεῖ στῇ σκέψῃ, ὅτι ἕνα ποσοστὸ (κατὰ πᾶσα πιθανότητα μεγάλο) ἀπὸ τὰ μαγματικὰ πετρώματα τῆς περιοχῆς αὐτῆς εἴναι, προϊόντα ὑποθαλασσίας ἠφαιστειακὴς δράσεως (ἠφαιστειο - ἰζηματογενεὶς σχηματισμοῦ).

 

Ἀπὸ τὶς πιὸ πάνω παρατηρήσεις, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι, τὰ ἠφαιστειακὰ πετρώματα ἀπαντῶνται, ἀλλοῦ μὲν σὰν παρεμβολὲς μεταξὺ τῶν σχιστολίθων καὶ ἀλλοῦ σὰν φλέβες ἢ φλεβοειδὴ σώματα ἡ σὰν καλύμματα λαβάς, καὶ μάλιστα σὲ διάφορα στρωματογραφικὰ ἐπίπεδα, ὁδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἠφαιστειακὴ δραστηριότητα ὁλοκληρώθηκε μέσα σὲ ἕνα ἀρκετὰ εὐρὺ χρονικὰ διάστημα, τὸ ὁποῖο, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν γειτονικὼν πετρωμάτων τῶν ἠφαιστιτών, φαίνεται, ὅτι ἐκτείνεται, ἀπὸ τοῦ Περμίου μέχρι, ἴσως, καὶ τοῦ Τριαδικού. Ἐξυπακούεται, βέβαια, ὅτι οἱ ἠφαιστειακὲς ἐστίες ἦσαν πολυάριθμες καὶ ὅτι ἡ ὅλη ἠφαιστειακὴ δραστηριότητα ἐκδηλώθηκε μέσα σὲ μία εὐρεία σχετικὰ περιοχὴ (ἠφαιστειακὴ ἐπαρχία), τὰ ἀκριβῆ ὅρια τῆς ὁποίας θὰ καθορισθοὺν μετὰ τῇ συμπληρώσῃ τῆς γεωλογικῆς χαρτογραφήσεως.

 

Ἀναφέρεται, τέλος, ὅτι τὰ ἠφαιστειακὰ πετρώματα καλύπτουν τὸ 50% περίπου τῆς ἐκτάσεως τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας (βλ. Σχ. 2).

3. Πετρώματα τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως"

Πάνω στα πετρώματα τοῦ "Μεταμορφωμένου ὑποβάθρου" (Κατώτερη σειρά, Ἀνώτερη σειρὰ ἢ Ἠφαιστιτες, βλ. εἴκ.1) ἐπικάθονται, καὶ μάλιστα μὲ ἀσυμφωνία, τὰ στρώματα τῆς γεωτεκτονικὴς ἑνότητας ποῦ εἲναι γνωστὴ σὰν "Ὑπὸ-ζώνη Τριπόλεως". Μεταξὺ τοῦ ὑποβάθρου καὶ τῶν ἱζημάτων τῆς ἑνότητας αὐτῆς παρεμβάλλεται, σὲ ἀρκετὲς θέσεις, ἔνας ὁρίζοντας (πάχους 0,5 - 4 Ταὐτόν), ὁ ὁποῖος μπορεῖ να χαρακτηρισθεῖ ἄλλοτε μὲν σὰν κροκαλοπαγής, ἄλλοτε δὲ σὰν λατυποπαγὴς καὶ ἄλλοτε σὰν λατυποκροκαλοπαγὴς σχηματισμός. Παρέχει δηλ. ὁ σχηματισμὸς αὐτὸς ἐπιχειρήματα καὶ πρὸς ἐκείνους που ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψη για ἐπικλυση καὶ πρὸς ἐκείνους που ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψη για τεκτονικὴ τοποθέτηση (ἐπωθήσῃ) τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως" ἐπάνω στο "Μεταμορφωμένο ὑποβαθρο". (Ἒπ' αὐτοῦ θὰ ἐπανέλθουμε σὲ ἐπόμενο κεφάλαιο).

 

Ἡ "Ὑποζώνη Τριπόλεως" ἀντιπροσωπεύεται στην ὑπὸ μελέτη περιοχὴ κυρίως ἀπὸ δολομιτικοὺς ἀσβεστόλιθους, οἱ ὁποῖοι συνήθως εἲναι σκοτεινότεροι μέχρι τεφροί, βιτουμενούχοι (ἰσχυρὰ δύσοσμοι κατὰ τὴν κρούσῃ) καὶ οἱ ὁποῖοι στους κατώτερους ὁρίζοντες τοὺς φέρουν δίκτυο ἀπὸ φλεβίδια λευκοῦ ἀσβεστίτη. Τὸ πάχος τῆς δολομιτικὴς στιβάδας εἲναι 300m περίπου, ἐνῶ ἡ ἡλικία τῆς, μὲ βάσῃ τὴν περικλεισμένη πανίδα, συνάγεται, σὰν τριαδική.

Ἄποψη (ἀπὸ Νότου) τοῦ ὑψώματος Προφ. Ἠλίας, λίγες ἑκατοντάδες μέτρα ἀνατολικὰ τοῦ χωρίου Ἀπίδια.  Διακρίνονται οἱ τοποθετημένοι ἐπάνω στα ἠφαιστειακὰ πετρώματα (ἔδω κυριαρχοὺν τὰ πυροκλαστικὰ) ἀνωκρητιδικὴς ἡλικίας ἀσβεστόλιθοι τῆς Ὑποζώνης Τριπόλεως.

Πάνω ἀπὸ τὸν προηγούμενο ὁρίζοντα ἀκολουθεῖ ἡ σειρὰ τῶν ἀσβεστόλιθων. Προκεῖται για μικροκρυσταλλικοὺς συνήθως ἀσβεστόλιθους ἀνοικτοῦ χρώματος, οἱ ὁποῖοι σὲ μερικὲς περιπτώσεις ἔχουν ὑποστεῖ τέτοιες ἐπιδράσεις, ὥστε να ἔχουν ἐξελιχθεῖ σὲ μάρμαρα. Ἡ ἡλικία τοὺς συνάγεται σὰν ἰουρασική. Οἱ κρητιδικοὶ ἀσβεστόλιθοι καὶ ἡ διαπλαση τοῦ φλύσχη τῆς «Ὑποζώνης Τριπόλεως» δεν ἐμφανίζονται στην ὑπὸ μελέτη περιοχή.

4. Νεοτριτογενεὶς καὶ τεταρτογενεὶς ἀποθέσεις

 Τὸ Δ καὶ ΝΔ τμῆμα τοῦ χώρου που ἐρευνᾶται, καθὼς καὶ ἡ περιοχή που ἐκτείνεται βόρεια αὐτοῦ (βλ. Σχ. 2), καλύπτονται ἀπὸ πλειοπλειστοκαινικὰ (ἐν μέρει, λιμναία) καὶ τεταρτογενὴ ἱζήματα (πλευρικὰ κορήματα, ποτάμιες ἀποθέσεις κ.α.). Ἡ κύρια βέβαια περιοχὴ ἀναπτύξεως τῶν ἱζημάτων αὐτῶν (τόσο τῶν λιμναίων, ὄσο καὶ τῶν χερσαίων) εἲναι ἡ ἀνοικτὴ σήμερα πρὸς τὴν θάλασσα λεκάνη τῶν Μολάων.

Β. ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Ἡ τεκτονική, τῆς περιοχῆς που ἐρευνήθηκε μπορεῖ γενικὰ να χαρακτηρισθεῖ σὰν τεκτονικὴ πτυχῶν, ῥηγμάτων καὶ ὁριζοντίων μετατοπίσεων.

 

Ἀπὸ τὴν ὅλη μελέτη διαπιστώθηκε ἡ ὑπάρξῃ τριῶν κυρίων συστημάτων πτυχῶν, οἱ ἄξονες τῶν ὁποίων ἔχουν διευθύνσεις ΒΔ-ΝΑ, ΒΑ-ΝΔ καὶ Β.ΒΔ-Ν.ΝΑ. Εἲναι χαρακτηριστικὸ να ἀναφερθεῖ, ὅτι οἱ πτυχὲς μὲ ἄξονες διευθύνσεων ΒΔ-ΝΑ ἐκδηλώνονται μόνο στα πετρώματα τοῦ "Μεταμορφωμένου ὑποβάθρου", ἐνῶ οἱ κυρίες πτυχὲς τῶν ἱζημάτων τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως" ἔχουν Β.ΒΔ-Ν.ΝΑ διεύθυνση.

 

Ἀπὸ τὰ πιὸ πάνω, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἡλικία τῶν πετρωμάτων τῶν δύο γεωτεκτονικὼν ἑνοτήτων (νεοπαλαιοζωικὴ για τὸ "Ὑποβαθρο", μεσοζωικὴ για τὰ ἱζήματα τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως") καὶ τὶς σχέσεις μεταξὺ αὐτῶν (βλ. προηγ. κεφάλαιο), ὁδηγούμαστε στῇ σκέψῃ ὅτι οἱ ὀρογενετικὲς κινήσεις, τὶς ἐκδηλώσεις τῶν ὁποίων διακρίνουμε τόσο στην περιοχὴ Ἀπιδίας ὄσο καὶ στην εὐρύτερη περιοχή, ἀνήκουν, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, σὲ δύο κύκλους: τὸν βαρίσκιο καὶ τὸν ἀλπικό.

 

Σὲ ὅτι ἀφορᾷ στην τεκτονικὴ τῶν ῥηγμάτων παρατηρεῖται ὅτι ὑπάρχουν δύο συστήματα ῥηξιγενὼν γραμμῶν, τὰ ὁποῖα μάλιστα διαφορίζονται σὲ κύρια καὶ δευτερεύοντα. Ἀπὸ αὐτά, τὰ μὲν κύρια ἔχουν Β.ΒΔ-Ν.ΝΑ μέχρι ΒΔ-ΝΑ διευθύνσεις, τὰ δὲ δευτερεύοντα ΒΑ-ΝΔ. Ἀπὸ ἕνα σύνολο παρατηρήσεων προκύπτει, ὅτι, τὰ συστήματα αὐτὰ εἲναι διαφορετικὴς ἡλικίας καὶ μάλιστα τὰ κύρια, δηλ. ἐκείνα ποῦ ἔχουν Β.ΒΔ - Ν.ΝΑ μέχρι ΒΔ - ΝΑ διευθύνσεις, εἲναι νεοτέρα. Πρέπει να ἀναφερθεῖ, ὅτι τὰ νεοτέρα ῥήγματα εἲναι ἐνδιαφέροντα καὶ ἀπὸ κοιτασματολογικὴς ἀπόψεως, για τὸ λόγω ὅτι μὲ αὐτά, ὅπως θὰ δοῦμε σὲ ἐπόμενο κεφάλαιο, εἲναι συνδεδεμένη μία ἀπὸ τὶς κυριότερες, ἂν ὄχι ἢ κυριότερη, μεταλλογενετικὲς φάσεις, ποῦ ἐκδηλώθηκαν μέσα στην εὐρύτερη περιοχή.

 

Παρ' ὅτι οἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο κυρίων γεωτεκτονικὼν ἑνοτήτων, δηλ. τοῦ "Μεταμορφωμένου ὑποβάθρου" καὶ τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως", ἔχουν ἀπασχολήσει, ἀπὸ μακροῦ τοὺς ἐπιστήμονες ποῦ καταγίνονται, μὲ τῇ γεωλογίᾳ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς, τὸ πρόβλημα ἐν τούτοις παραμένει, ἀνοικτό, μὲ ἀποτέλεσμα να διαμορφωθοὺν μὲ τὸν καιρὸ δύο "Σχολές". Τὸ κύριο, πρόβλημα ἐντοπίζεται στο ἂν τὰ ἱζήματα τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως" εἲναι τοποθετημένα ἐπὶ τῶν μεταμορφιτὼν τοῦ ὑποβάθρου ἐπικλυσιγενὼς (ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ μὲν) ἢ ἔχουν ἐπωθηθεῖ (ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ἄλλοι).

 

Ἀπὸ παρατηρήσεις ποῦ ἔγιναν κατὰ καιροὺς ἀπὸ τοὺς συντάκτες τῆς ἐκθέσεως σὲ πολυάριθμες θέσεις ἐπαφῶν τῶν δύο αὐτῶν ἑνοτήτων, μὲ τὴν εὐκαιρία κοιτασματολογικὼν κυρίως μελετῶν, προκύπτει, ὅτι καὶ οἱ δύο ἀπόψεις μποροὺν να ὑποστηριχθοὺν μὲ σοβαρὰ ἐπιχειρήματα. Διότι, ὑπάρχουν περιοχὲς στις ὁποῖες μεταξὺ τῶν δύο γεωτεκτονικὼν ἑνοτήτων παρεμβάλλεται, ὅπως ἀναφέρθηκε, σχηματισμὸς πάχους μερικῶν δεκατόμετρων μέχρι 4m, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε μὲν συνίσταται ἀπὸ τυπικὲς κροκάλες διαφόρων μεγεθῶν (ποῦ προέρχονται ἀπὸ τὰ πετρώματα τοῦ ὑποβάθρου) καὶ παρουσιάζει σαφεῖς ἰστολογικὲς σχέσεις μὲ τὰ ἀμέσως ὑπερκείμενα ἱζήματα τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως" (κροκαλοπαγὲς) ἄλλοτε δὲ ἀπὸ ἕνα συνονθύλευμα κροκαλῶν καὶ λατυπὼν (λατυπο-κροκαλοπαγὲς) καὶ ἄλλοτε συνίσταται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ λατύπες (λατυποπαγές). Οἱ τελευταῖες προέρχονται ἀπὸ ἀμφότερές τις γεωτεκτονικὲς ἑνότητες.

 

Βασιζόμενοι στα πιὸ πάνω ἀναμφισβήτητα δεδομένα διατυπώνουμε τὴν ἄποψη, ὅτι τὰ ἱζήματα τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως" ἀποτεθήκαν ἐπὶ τοῦ "Μεταμορφωμένου ὑποβάθρου" μετὰ ἀπὸ ἐπικλῄσῃ (τὸ κροκαλοπαγὲς δηλ. ποῦ προαναφέρθηκε θὰ πρέπει να θεωρηθεῖ ὅτι, ἀντιστοιχεῖ σὲ ἕνα "κροκαλοπαγὲς ἐπικλύσεως"). Στῇ συνέχεια ὅμως, καὶ μάλιστα σὲ μία περίοδο ἐντόνων καὶ μεγάλης κλίμακας τεκτονικὼν πιέσεων, ἡ συνισταμένη τῶν ὁποίων ἤταν γενικὰ ὁριζόντια ἢ σχεδὸν ὁριζόντια, ἔλαβαν χώρα μετακινήσεις τῶν ἱζημάτων τῆς Τριπόλεως ἐπὶ τοῦ ὑποκειμένου τοὺς συστήματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ λατυποκροκαλοπαγοὺς καὶ τοῦ τυπικοῦ τεκτονικοὺ λατυποπαγούς. Ἡ γνώμη για ἐπικλυσιγενὴ ἐπιστρωση τῶν ἱζημάτων Τριπόλεως πάνω στῇ Σειρὰ τῶν μεταμορφωμένων πετρωμάτων τῆς Πελοποννήσου εἶχε διατυπωθεῖ ἀπὸ ἐτῶν καὶ ἀπὸ τοὺς Μαρίνο, Γ., Ἀνδρονόπουλο, Β. & Μελιδώνη, Ν. (1959). Στο σημεῖο αὐτὸ πρέπει να γίνει, ἡ διευκρίνηση, ὅτι οἱ πιέσεις ποῦ προαναφέρθηκαν προκαλέσαν, κατὰ τὴν ἄποψη μας, ὁριζόντιες μετατοπίσεις τῶν σχηματισμῶν τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως" σὲ ἀποστάσεις τῆς τάξεως μεγέθους μόνο λίγων ἑκατονταδῶν μέτρων.

 

Μὲ βάσῃ τὰ πιὸ πάνω δεδομένα, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι τὰ πετρώματα τῆς "Ὑποζώνης Τριπόλεως" ἔχουν ἐπωθηθεῖ (μὲ τὴν ὀρθοδόξῃ ἔννοια τοῦ ὀροῦ) ἐπὶ τοῦ "Μεταμορφωμένου ὑποβάθρου" δεν εὐσταθεῖ. Στην περιπτωση αὐτὴ προκεῖται, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, για ἀπλὲς καὶ μικρῆς κλίμακας ὁριζόντιες (διαφορικὲς) μετατοπίσεις.

 

Για τὴν πληρέστερη κατανοήσῃ τῆς δομῆς τῆς περιοχῆς ποῦ ἀποτέλεσε τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐρεύνας μας καὶ κυρίως τῆς θέσεως τῶν ἐκεῖ ἠφαιστιτὼν καὶ τῶν σχηματισμῶν μὲ τοὺς ὁποίους αὐτοὶ παρουσιάζουν ἀμέση συνδεση, θεωροῦμε ἀναγκαία τὴν παρουσίαση, κατὰ τρόπο συνοπτικὸ βέβαια, τῶν τελευταίων ἀπόψεων σὲ ὅ,τι, ἀφορᾷ στῇ γεωτεκτονικὴ ἐξέλιξη τοῦ εὐρύτερου Ἑλληνικοῦ χώρου καὶ εἰδικότερα τῆς Πελοποννήσου. Τοῦτο κρίνεται ἀναγκαῖο καὶ για τὸν προσθετο λόγο, ὅτι για τὸ κλασσικὸ σχῆμα ποῦ εἶχε διαμορφωθεῖ μὲ βάσῃ τὶς ἀπόψεις τῶν παλαιοτερῶν γεωλόγων (π.χ. Philippson A., 1892 – Renz Ταὐτόν., 1940, 1955), ὄσο καὶ τῶν σχετικὰ νεωτέρων (π.χ. Aubouin et al, 1963 – Dercount Ταὐτόν., 1964 – Aubouin et al, 1970), ἄρχισαν να ἐκφράζονται πρόσφατα σοβαρὲς ἀμφιβολίες, οἱ ὁποῖες στηρίζονται, στα ἐπιτεύγματα μιᾶς σειρᾶς ἀξιολόγων ἐργασιῶν.

 

Σὰν πιὸ σημαντικὰ μεταξὺ αὐτῶν θεωροῦνται:

 

- Ἡ ἀποκαλύψῃ, ἀπὸ τὸν Makris Ταὐτόν. Et al. (1973), μιᾶς ἔντονης ἀρνητικῆς βαρυτομετρικὴς ἀνωμαλίας τύπου Bouguer, ὁ ἄξονας τῆς ὁποίας ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν Πάτρα, μέσω Σπαρτῆς, πρὸς τὰ Κύθηρα. Ἀπὸ αὐτὸ συμπεραίνεται, ὅτι ἡ "ζώνη ἀσυνέχειας Moho" στῇ ΒΔ Πελοπόννησο πρέπει, να βρίσκεται σὲ ἕνα βάθος 46 Km περίπου.

 

- Ἡ ὑπαγωγή, ἀπὸ τοὺς Kuss, S.E. & Thorbecke, G. (1974), τῆς "Σειρᾶς τῶν πλακωδὼν ἀσβεστόλιθων" (Plattenkalk - Serie) τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Κρήτης στην Ἰόνιο ζώνη, μὲ βάσῃ λιθολογικὰ χαρακτηριστικά.

 

- Ἡ χρονολόγηση τῶν πλακωδὼν ἀσβεστόλιθων τοῦ Ταϋγέτου, ἀπὸ τοὺς Bizon, G. & Thiebault, F. (1974), μὲ τῇ βοήθειᾳ τῆς μικροπανίδας που βρέθηκε μέσα σ' αὐτούς, σὰν ὀλιγοκαινικών. Ἀπὸ αὐτὸ συμπεραίνεται, ἄτι ἡ ἀποδε¬δειγμένα παλαιοζωικῆς ἡλικίας "Σειρὰ τῶν φυλλιτών", ποὺ ὑπερκεῖται τῶν πιὸ πάνω ἀσβεστόλιθων, ἀντιστοιχεῖ σὲ ἕνα ἐπωθημένο κάλυμμα.

 

Οἱ Jacobshagen Ταὐτόν. Et al. (1976), στηριζόμενοι, στα προηγούμενα δεδομένα καὶ στα ἀποτελέσματα πολυαριθμῶν δικῶν τοὺς ἐργασιῶν, προτείνουν ἕνα νέο "σχῆμα" (Konzept) γιὰ τὴν κατανοήσῃ τῆς ἀλπικὴς δομῆς τῆς Πελοποννήσου, τὸ ὁποῖο περιλαμβάνει τοὺς ἑπομένους «τεχτονίκους ὀρόφους» (tektonische Stockwerke).

 

- Σειρὰ πλακωδὼν ἀσβεστόλιθων. Ἀντιστοιχεῖ στῇ βαθυτέρη ἑνότητα καὶ θεωρεῖται ἡ πρὸς Ἃ συνέχεια τῆς αὐτοχθόνης Προαπουλίου ζώνης.

- Σειρὰ φυλλιτών. Φαίνεται ὅτι δεν ἀποτελεῖ αὐτοτελῆ μονάδα, θὰ μποροῦσε δὲ να ὑπάχθει σὲ ἕνα ἰδιαίτερο τεκτονικὸ κάλυμμα - ὄροφο (Deckenstockwerk), ἂν καὶ τμήματα τῆς ἀποτελοῦν τὸ πρωτογενὲς ὑποβαθρο τῶν κατωτέρων ἀσβεστολιθικὼν ὁριζόντων τῆς ζώνης Τριπόλεως.

 

- Ἰόνιος ζώνη καὶ ζώνη Γαβρόβου-Τριπόλεως (Ταὐτόν.s.). Πρέπει να θεωρηθοὺν σὰν ἕνα ἐνιαῖο κάλυμμα, ποὺ ἔχει μετακινηθεῖ σὲ σχετικὰ μεγάλη ἀποστάσῃ καὶ τὸ ὁποῖο, μαζὶ μὲ τῇ Σειρᾷ τῶν φυλλιτών, συνθέτει τὴν "Ὁμάδα καλυμμάτων τῆς δυτικῆς Ἑλλάδας" («Westhellenische Deckengruppe»).

 

- Κάλυμμα Πίνδου, Ζώνη Παρνασσοὺ καὶ "Ὑποπελαγονικὸ" ("Subpelagonikum") τῆς Ἀργολίδας. Ἐνοποιούνται στην "Ὁμάδα καλυμμάτων τῆς κεντρικὴς "Ἑλλάδας" ("Zentralhellenische Deckengruppe"), ἡ ὁποία καλύπτεται τεκτονικὰ ἀπὸ τὰ «Ἠωελληνικα ὀφιολιθικα συμπλέγματα» ("Eohellenische Ophiolith - Komplexe", Jacobshagen Ταὐτόν. Et al., 1976). Πάνω στις δύο ἑνότητες ἐπικάθονται, στην περιοχὴ τῆς Ἀργολίδας, μὲ ἐπικλυση, ἀσβεστόλιθοι καὶ φλύσχης παλαιογένους ἡλικίας.

 

Μὲ τὸ νέο αὐτὸ σχῆμα - παραστατικὴ ἀπεικόνιση τῶν ἐπὶ μέρους "τεκτονικὼν ὀρόφων" τοῦ ὁποίου παρέχει τὸ Σχ. 3 - ἀναθεωροῦνται μερικῶς καὶ οἱ ἔννοιες "ἐσωτερικὲς" καὶ "ἐξωτερικὲς" ζῶνες τῶν Ἑλληνίδων. Κατὰ τοὺς Jacobshagen Ταὐτόν. Et al. (1976), ἡ διακρίσῃ αὐτῇ δεν θὰ πρέπει να στηρίζεται, ὅπως μέχρι τώρα, στην ἡλικίᾳ κυρίως τῆς πρώτης ἀλπικὴς ὀρογενέσεως (π.χ. Aubouin et al., 1973), ἀλλὰ στο κατὰ πόσο μία ἑνότητα ἀνηκεῖ σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ πιὸ πάνω τεκτονικὰ καλύμματα - ὀρόφους. Προτείνεται, τελικά, ὅπως στις "ἐξωτερικὲς" ζῶνες ὑπαχθοὺν τὸ "Αὔτοχθον" (Προαπούλιος ζώνη καὶ Σειρὰ τῶν πλακωδὼν ἀσβεστόλιθων) καὶ ἡ "Ὁμάδα καλυμμάτων τῆς δυτικῆς Ἑλλάδας", ἐνῶ στις ἐσωτερικὲς ἡ "Ὁμάδα καλυμμάτων τῆς κεντρικὴς Ἑλλάδας" καὶ τὰ "Ἠωελληνικα τεμάχη καλυμμάτων" (Eohellenische Deckschollen).

 

Ἂν πράγματι ἰσχύει τὸ γεωτεκτονικὸ σχῆμά που θεσπίσθηκε ἀπὸ τοὺς προηγουμένους ἐρευνητές, θὰ πρέπει να δεχθοῦμε ὅτι:

 

- Τὸ (μὴ ὀρατὸ) ὑποκείμενο τῆς σειρᾶς τῶν μεταμορφωμένων πετρωμάτων τῆς ὑπὸ μελέτη περιοχῆς ὀφείλει να εἲναι ἡ ὀλιγοκαινικὴς ἡλικίας σειρὰ τῶν πλακωδὼν ἀσβεστόλιθων, καὶ

 

- Ἡ σειρὰ τῶν μεταμορφιτὼν (σειρὰ φυλλιτὼν - στρώματα Τυροῦ), ποὺ ἀποτελεῖ μὲ τὰ ἱζήματα τῆς ὑποζώνης Τριπόλεως ἐνιαῖο γεωτεκτονικὸ σύνολο, ἔχει ἐπωθηθεῖ (καὶ μάλιστα ἀπὸ μεγάλη ἀποστάσῃ), μαζὶ μὲ τοὺς μεταλλοφόρους ἠφαιστίτες, πάνω στην αὐτοχθόνη σειρὰ τῶν πλακωδὼν ἀσβεστόλιθων.

III. ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΩΝ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΝ

Τὸ ἐνδιαφέρον, ἀπὸ κοιτασματολογικὴς ἀπόψεως, τόσο τῆς στενῆς περιοχῆς Ἀπιδίας ὄσο καὶ τοῦ εὐρύτερου περὶ αὐτὴν χώρου, ἐγκεῖται στην ὑπάρξῃ θειούχων ἑνώσεων διαφόρων μετάλλων, μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ περισσότερο συχνὲς εἲναι ἐκεῖνες τοῦ χαλκοῦ. Εἰδικότερα, στην περιοχὴ Ἀπιδίας ἐπισημάνθηκε ἡ ὑπάρξῃ περισσοτέρων ἀπὸ εἴκοσι, μικροεμφανίσεων χαλκούχων ὀρυκτῶν (πρωτογενῶν καὶ δευτερογενῶν), οἱ κυριότερες ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἲναι σημειωμένες στο γεωλογικὸ χάρτη (βλ. Σχ. 2).

 

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐργασιῶν που ἐκτελεστήκαν μέχρι σήμερα προκύπτει, ὅτι οἱ φυσικὲς συγκεντρώσεις τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν, τόσο, τῆς ἐπιμέρους περιοχῆς Ἀπιδίας, ὄσο καὶ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς νοτίας Λακωνίας, διαφορίζονται στους ἑξῆς τρεῖς κοιτασματολογικοὺς τόπους:

- Τύπος διασπάρτου μεταλλοφορίας (ἢ διασπαρτὸς τύπος),

- Τόπος συμπαγοῦς μεταλλοφορίας,

- Τόπος φλεβικὴς μεταλλοφορίας (ἢ φλεβικὸς τόπος),

τοὺς ὁποίους καὶ περιγράφουμε συνοπτικὰ στα ἑπόμενα κεφάλαια. Εἲναι αὐτο¬νόητο, ὅτι οἱ τύποι αὐτοὶ ἀφοροὺν στα πρωτογενῆ μεταλλικὰ ὀρυκτά.
 

1. Διασπαρτὸς τύπος μεταλλοφορίας

 

Εἴναι, ὁ τύπος τῆς μεταλλοφορίας, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ στην περιοχὴ Ἀπιδίας καὶ ὁ ὁποῖος συνδέεται, ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μὲ τὰ ἠφαιστειακὴς προελεύσεως πετρώματα.

Χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ὑπάρξῃ μεταλλικῶν ὀρυκτῶν (βλ. κεφ. Β), τὰ ὁποῖα εἴτε εἴναι, κατεσπαρμένα μέσα στῇ μάζα τῶν ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων κατὰ μεμονωμένους κόκκους ἢ συσσωματώματα, εἴτε σχηματίζουν πλέγμα φλεβιδίων, πάχους συνήθως λίγων mm μέχρι καί, σπανιότατα, πολὺ λίγων cm. Προκεῖται μὲ ἄλλες λέξεις για ἕνα τόπο μεταλλοφορίας, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὰ γενικὰ τοῦ χαρακτηριστικὰ καὶ κυρίως ὡς πρὸς τὴν κατανομὴ τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν μπορεῖ να συγκριθεῖ μὲ τὸν τύπο «porphyry copper».

 

Στο σημεῖο αὐτὸ εἴναι, ἀναγκαῖο να διευκρινισθεῖ ἐντελῶς ὅτι :

 

(α) Ἡ πυκνότητα τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν εἴναι, τέτοια, ὥστε μόνο σὲ πολὺ σπάνιες περιπτώσεις θὰ μποροῦσε να γίνει, λόγος για τὴν ὑπάρξῃ "μεταλλεύματος", μὲ τὴν οἰκονομικὴ ἔννοια τοῦ ὀροῦ. Για τὴν ἐκτιμήσῃ τοῦ βαθμοῦ μεταλλοποιήσεως τῶν πιὸ σημαντικῶν ἐμφανίσεων ἔγιναν ἀναλύσεις δειγμάτων πετρώματος ἀπὸ αὔλακα, τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων δίνονται, στον ἐπόμενο πίνακα.

Ἀπὸ τὸν πιὸ πάνω πίνακα φαίνεται, ὅτι τὸ ποσοστὸ τοῦ χαλκοῦ - ἂν ἑξαιρέσουμε τὴν περιπτωση τῆς τοποθεσίας Κρίτσοβα, για τὴν ὁποία θὰ γίνει ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στα ἑπόμενα - βρίσκεται, κάτω τῆς μονάδος. Διευκρινίζεται, πάντως, ὅτι ὁ χαλκός που προσδιορίσθηκε δεν προέρχεται στο σύνολο τοῦ ἀπὸ σουλφίδια, ἀλλὰ κατὰ ἕνα μεγάλο ποσοστὸ (περισσότερο ἴσως τοῦ 50%) ἀπὸ ὑπεργενετικὲς ἀνθρακικὲς ἑνώσεις (κυρίως μαλαχίτη).

 

(β) Οἱ διαστάσεις τῶν τμημάτων τῶν ἀνδεσιτικὴς συστάσεως σωμάτων που μεταλλοφοροὺν εἴναι, πολὺ περιορισμένες. Τὸ μῆκος τούς, κατὰ κανόνα σχεδόν, εἴναι, τῆς τάξεως λίγων Ταὐτὸν καὶ σπανιότατα πολὺ λίγων δεκάδων Ταὐτόν, ἐνῶ οἱ λοιπὲς διαστάσεις τοὺς εἶναι πάντοτε τῆς τάξεως Ταὐτόν. Σὲ ἀρκετὲς ἐν τού¬τοις περιπτώσεις οἱ διαστάσεις τῶν μεταλλοφόρων ἐμφανίσεων φαίνονται κατὰ πολὺ μεγαλύτερες. Οἱ εἰκόνες, ἐν τούτοις, αὐτὲς εἲναι - παραπειστικές. Συνηθέστατα προκεῖται περὶ τεκτονισμένων ζωνῶν, μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἔχουν κυκλοφορήσει, ψυχρὰ διαλύματα, ποὺ ἐγκατέλειψαν ἐκεῖ ἀνθρακικὲς κυρίως ἑνώσεις τοῦ χαλκοῦ (μαλαχίτη, ἀζουρίτη), τὰ προϊόντα δηλαδὴ τοῦ κύκλου τῶν γνωστῶν ὑπεργενετικὼν διαδικασιῶν ἐπὶ τῶν πρωτογενῶν θειούχων ἑνώσεων, ποὺ βρίσκονται, σὲ μικρὲς ἢ μεγάλες ἀπὸ ἐκεῖ (εἰκ. 2) ἀποστάσεις. Πολλὲς φορὲς οἱ ζῶνες τοῦ τύπου αὐτοῦ εἴναι, σχετικὰ πλούσιες σὲ ἀνθρακικὲς ἑνώσεις τοῦ χαλκοῦ, ὅποτε ἔχουμε ἀντίστοιχα καὶ σχετικὰ ὑψηλὰ ποσοστὰ μετάλλου. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ περιπτωση τῆς ἐμφανίσεως στῇ θέση Κρίτσοβα (βλ. Πίν. 3 καὶ Σχ. 2).

Ἠφαιστειακὰ πετρώματα ἀνδεσιτικοὺ τύπου, τεμνόμενα ἀπὸ ῥῆγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἔχουν κυκλοφορήσει ψυχρὰ διαλύματα, ποὺ ἐγκατέλειψαν ἐκεῖ διάφορα ὑπεργενετικὰ ὀρυκτὰ καὶ κυρίως ἀνθρακικὲς ἑνώσεις τοῦ χαλκοῦ.
 

2. Τύπος συμπαγοῦς μεταλλοφορίας

Ὁ τύπος αὐτὸς ἐντοπίσθηκε σὲ μία μόνο θέση (θέση 13, βλ. Σχ. 2) τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας. Ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ ἕνα ἀκανονίστης μᾶλλον μορφῆς σῶμα συμπαγοῦς μεταλλεύματός που βρίσκεται μέσα στῇ μάζα τῶν ἠφαιστιτών, τὸ ὁποῖο συνίσταται Ἀπὸ σουλφίδια καὶ ὀξείδια τοῦ Fe. Οἱ διαστάσεις πάντως τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς εἲναι τόσο περιορισμένες (μῆκος καὶ πλάτος περὶ τὸ 1m, πάχος 5-15 cm περίπου), ὥστε ἀπὸ τώρα μποροῦμε να διατυπώσουμε τῇ γνώμῃ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τῆς ἀξία εἴναι, πρακτικῶς ἀνυπάρκτη. Ἀπὸ μερικὲς ἐνδείξεις μποροῦμε να ὑποθέσουμε, ὅτι ἀναλόγου τύπου καὶ διαστάσεων μεταλλοφόρες ἐμφανίσεις ἀπαντῶνται, καὶ σὲ ἄλλες θέσεις, τόσο τῆς στενῆς περιοχῆς τῆς Ἀπιδίας ὄσο καὶ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς.

3. Φλεβικὸς τύπος μεταλλοφορίας

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πρέπει να καταστήσουμε σαφές, ὅτι ἔκδηλος φλεβικὸς τό¬πος πρωτογενοῦς θειούχου μεταλλοφορίας μέσα στην ὑπὸ μελέτη περιοχὴ δεν ἐντοπίσθηκε. Ἡ ὑπάρξῃ τῆς (ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε οἰκονομικὴ τῆς σημασία) πιθανολογείται για τοὺς λόγους ὅτι:

 

- μέσα στην περιοχὴ Ἀπιδίας πιστοποιήθηκε ἡ ὑπάρξῃ ῥηγμάτων (κυρίων, μὲ ΒΔ - ΝΑ διευθύνσεις καὶ δευτερευόντων, μὲ ΒΑ - ΝΔ), τὰ ὁποῖα μποροὺν κάλλιστα να συσχετισθοὺν μὲ ἐκεῖνα τῆς "Ῥηξιγενοὺς ζώνης Βαρυπάτης - Μολάων", ποὺ βρίσκεται στον ἀμέση γειτονία τῆς ὑπὸ μελέτη περιοχῆς.

 

- τὰ ῥήγματα καὶ τῶν δύο περιοχῶν ἀφ' ἑνὸς μὲν ἔχουν τὴν ἴδια διεύθυνση, ἀφ' ἑτέρου δὲ παρουσιάζουν σαφῆ φαινόμενα ὑδροθερμικὴς δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, κοντὰ καὶ μέσα στις ῥηξιγενεὶς ζῶνες παρατηροῦνται φαινόμενα πυριτιώσεως, λευκάνσεως (ἀποχρωματισμοῦ) τῶν συνήθως πρασίνου χρώματος ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων, ἐπιδοτιτιώσεως καὶ σερικιτιώσεως (ἐπ' αὐτοῦ θὰ ἐπανέλθουμε).

 

Σὲ ὅτι ἀφορᾷ στῇ μεταλλαφορία τοῦ τόπου αὐτοῦ ἀναφέρουμε, ὅτι ἐνῶ στην περιοχὴ τῆς γειτονικὴς "Ῥηξιγενοὺς ζώνης Βαρυπάτης - Μολάων" ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ὑπάρξῃ πρωτογενῶν θειούχων ἑνώσεων τῶν Fe, Cu, Zn, Pb, Ba κ.α., οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν συστατικὰ τοῦ πληρώματος τῶν ἐκεῖ ἀνοικτῶν ῥηγμάτων μὲ χαλαζία (χαλαζιακὲς φλέβες μὲ σουλφίδια), στην περιοχὴ Ἀπιδίας, ἐντὸς τῶν ῥηγμάτων που προαναφέρθηκαν, ἀπαντᾶται, μόνο μεταλλοφορία ὑπεργενετικοὺ τύπου (μαλαχίτης καὶ σπάνια ἀζουρίτης). Πρωτογενεῖς θειοῦχες ἑνώσεις δεν διαπιστώθηκαν. Θεωροῦμε ἐπίσης σκόπιμο να ἀναφέρουμε, ὅτι κατὰ μῆκος τῶν κυρίων ῥηξιγενὼν γραμμῶν σημειώνονται καὶ οἱ σοβαρότερες γεωχημικὲς ἀνωμαλίες χαλκοῦ (βλ. κεφάλαιο περὶ γεωχημείας). Για τῇ σημασίᾳ τῶν ῥηγμάτων αὐτῶν θὰ γίνει λόγος καὶ σὲ ἐπόμενο κεφάλαιο.

Β. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΤΥΠΩΝ

Ἡ μελέτη τῶν ὀρυκτολογικὼν παραγενέσεων ἔγινε σὲ ἀντιπροσωπευτικὰ δείγματα τῶν διαφόρων ἐμφανίσεων τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας μὲ τὴν ἐφαρμογὴ ἀφ' ἑνὸς μὲν ὀπτικῶν μεθόδων (σὲ διαφανεῖς καὶ στιλπνὲς τομές), ἀφ' ἑτέρου δὲ μὲ τῇ λήψη διαγραμμάτων Debye – Scherrer καὶ Diffraction. Ἀπὸ τὴν ὅλη μελέτη προέκυψε, ὅτι τὰ μεταλλικὰ ὀρυκτὰ συνιστοὺν διαφόρους μεταξὺ τοὺς ὀρυκτολογικοὺς συνδυασμούς, οἱ ὁποῖοι καὶ χαρακτηρίζουν τοὺς κοιτασματολογικοὺς τόπους που περιγράψαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο.

1. Ὀρυκτολογικὴ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος συμπαγοῦς τύπου

Διαπιστώθηκε ἡ ὑπάρξῃ τριῶν ἐπὶ μέρους ὀρυκτολογικὼν συνδυασμῶν, οἱ ὁποῖοι μάλιστα συνυπάρχουν στο ὑπὸ μελέτη "μετάλλευμα" κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μπορεῖ να ὑποστηριχθεῖ ὅτι σχηματίσθηκαν κάτω ἀπὸ τὶς ἴδιες γενικὰ φυσικοχημικὲς συνθῆκες. Στον πρῶτο συνδυασμὸ μετέχουν τὰ μεταλλικὰ ὀρυκτὰ σιδηροπυρίτης καὶ αἱματίτης.

Σιδηροπυρίτης. Ἀποτελεῖ τὸ κύριο συστατικὸ τοῦ συνδυασμοῦ. Οἱ κρύσταλλοι τοῦ εἶναι, κατὰ κανόνα σχεδόν, ὑπιδιόμορφοι καὶ σπανιότερα ἰδιόμορφοι. Ὑπὸ τὸ μικροσκόπιο καὶ μὲ //Nicols παρουσιάζονται μὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ λευκοκίτρινο χρῶμα, ἐνῶ μὲ +Nicols δείχνουν ἀσθενῆ μέν, ἀλλὰ σαφέστατη ἀνισοτροπία. Ἡ τελευταία αὐτὴ ἰδιότητα, ἡ ὁποία, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, ὀφείλεται στην παρουσία As στο πλέγμα τοῦ σιδηροπυρίτη, ἐκδηλώνεται ἐντονότερα μὲ ἠμιδιασταυρωμένα Nicols καί, ἄκομα πιὸ ἔντονα, μὲ ἐλαιοκατάδυση.

Αἱματίτης. Μετέχει στο συνδυασμὸ κατὰ αἰσθητὰ μικροτερο ποσοστὸ σὲ σχέση μὲ τὸν σιδηροπυρίτη (Εἴκ. 3). Οἱ κρύσταλλοι τοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀρκετοί, παρουσιάζουν λαμέλλες ἀπὸ πολυδυμία κατὰ (1011), σχηματίζουν συνήθως ῥιπιδοειδὴ συσσωματώματα, τὰ ὁποῖα εἲναι κατεσπαρμένα μέσα στῇ μάζα τοῦ σιδηροπυρίτη.

Κρύσταλλοι (συσσώματα) αἱματίτῃ (τεφρὸ) κατεσπαρμένοι μέσα στῇ μάζα τοῦ σιδηροπυρίτη (λευκό).

Ἀνακλώμενο φῶς, Ἐλαιοκατάδυση, Nic.//, x80.

Στο δεύτερο ὀρυκτολογικὸ συνδυασμὸ τῆς μεταλλυκὴς παραγενέσεως μετέχουν τὰ ὀρυκτὰ μαγνητίτης, συδηροπυρίτης καὶ αἱματίτης. Ἀκριβὴς ἐκτιμήσῃ τοῦ ποσοστοὺ τῶν ὀρυκτῶν, τόσο τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ ὄσο καὶ τοῦ προηγούμενου, δεν μπορεῖ να γίνει γιὰ τὸν λόγο, ὅτι καὶ οἱ δύο παραγενέσεις ἔχουν σὲ μεγάλο βαθμὸ ὀξειδωθεῖ.

Μαγνητίτης. Εἲναι τὸ κύριο ὀρυκτὸ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ. Οἱ κρύσταλλοι τοῦ εἶναι συνηθέστατα ὑπιδιόμορφοι καὶ σπανιότερα ἰδιόμορφοι (Εἰκ. 4). Θὰ πρέπει να τονισθεῖ ἰδιαίτερα τὸ γεγονός, ὅτι στο σύνολο τοὺς σχεδὸν παρουσιάζουν τὸ φαινόμενο τῆς μαρτιτιώσεως ἡ ὁποία σὲ παρὰ πολλὲς περιπτώσεις ἔχει προχωρήσει μέχρι τέτοιου βαθμοῦ, ὥστε ὁλόκληρος ὁ ἀρχικὸς κρύσταλλος να μεταπίπτει σὲ αἱματίτῃ (μαρτίτη) ἢ να διασῴζεται ἀπ΄ αὐτὸν μόνο ἔνας ἐλάχιστος ὑπολειμματικὸς κόκκος.

Αἱματίτης. Ἀπὸ τὴν ὅλη ἀναλύσῃ τοῦ ἱστοῦ καὶ τῆς ὑφῆς τοῦ συμπαγοῦς τύπου μεταλλεύματος καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ὅτι μαζὶ μὲ τὸν αἱματίτῃ που προέρχεται ἀπὸ τῇ μαρτιτίωση τοῦ μαγνητίτη, ποὺ ἤδη περιγράψαμε καὶ ὁ ὁποῖος μπορεῖ να θεωρηθεῖ σὰν τὸ ἀποτέλεσμα διαδικασιῶν ἀπὸ ἀνερχόμενα (θερμὰ) διαλύματα, συνυπάρχει καὶ ἐνας ἁδροκρυσταλλικὸς τύπος αἱματίτῃ, ποὺ πρέπει να ἐρμηνευθεῖ σὰν αὐτοτελής, ἀλλὰ συγχρόνη μὲ ἐκείνη τοῦ μαρτίτη, φάσῃ.

Ἰδιόμορφοι κρύσταλλοι μαγνητίτη (τεφρό), τοῦ συνδυασμοῦ σιδηροπυρίτης (λευκὸ) + μαγνητίτης + αἱματίτης.  Ἀνακλώμενο φῶς, ἐλαιοκατάδυση, Nic.//, x120.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ στο σιδηροπυρίτη ἰσχύει ὅ,τι καὶ για ἐκεῖνο τοῦ προηγουμένου συνδυασμοῦ. Στον τρίτο συνδυασμὸ μετέχουν τὰ ὀρυκτὰ μαγνητοπυρίτης, μαγνητίτης καὶ σιδηροπυρίτης.

Μαγνητοπυρίτης. Τὸ ὀρυκτὸ αὐτὸ ἀπαντᾶται σὲ ἐξαιρετικὰ μικρὸ ποσοστὸ καὶ κατὰ κανόνα, μὲ μορφὴ ὑπολειμματικὼν (ἀποστρογγυλωμένων συνήθως) κόκκων, ἡ διάμετρος τῶν ὁποίων σπάνια ὑπερβαίνει τὸ 1 mm. Παρ' ὅλα αὐτά, τὰ ὀπτικὰ τοῦ χαρακτηριστικὰ εἲναι σαφέστατα, μὲ ἀποτέλεσμα να μὴ προκύπτει πρόβλημα στην ὀρυκτοδιάγνωση.

Ἡ περιγραφὴ τῶν λοιπῶν δύο ὀρυκτῶν τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ εἲναι περιττή, για τὸν λόγο ὅτι θὰ συνέπιπτε μὲ τὶς προηγούμενες περιγραφές.

 

Μεταξὺ τῶν προϊόντων τῆς ὀξειδώσεως τῶν πρωτογενῶν ὀρυκτῶν τοῦ συμπαγοῦς τύπου μεταλλεύματος διαπιστώθηκε ἡ παρουσία τῶν κυρίων ὀρυκτολογικὼν τύπων τῆς ὁμάδας τοῦ λειμωνίτη καὶ κυρίως τοῦ γκαιτίτη.

2. Ὀρυκτολογικὴ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος διασπάρτου τύπου

Διαπιστώθηκε ἡ ὑπάρξῃ δύο ὀρυκτολογικὼν συνδυασμῶν, οἱ ὁποῖοι διαφέρουν οὐσιωδῶς μεταξὺ τοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ μὲν ἔνας χαρακτηρίζεται ἀπὸ τῇ συνυπάρξῃ σιδηροπυρίτη - χαλκοπυρίτη, ὁ δὲ δεύτερος ἀπὸ τῇ συνυπάρξῃ βορνίτη – χαλκοπυρίτη - σιδηροπυρίτη καὶ μερικῶν ἄκομα ὀρυκτολογικὼν συστατικῶν, για τὰ ὁποῖα ὁ λόγος στα ἑπόμενα.

Ὁ πρῶτος συνδυασμὸς εἲναι ὁ περισσότερο διαδεδομένος. Ἀπαντᾶται, σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς τύπους τῶν ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων, σὲ καμμιὰ ὅμως περιπτωση δεν μπορεῖ να θεωρηθεῖ ὅτι ἔχει ὁποιαδήποτε οἰκονομικὴ σημασία.

 

Ὁ σιδηροπυρίτης παρουσιάζεται εἴτε μὲ ἰδιομόρφους ἢ ὑπιδιομόρφους ἀπομονωμένους καὶ κατεσπαρμένους μέσα στῇ μάζα τῶν πετρωμάτων - φορέων τοῦ κρυστάλλους, εἴτε μὲ τῇ μορφῇ λεπτῶν φλεβιδίων ἢ φλεβοειδὼν σχηματισμῶν που ἀποτελοῦνται πάντοτε ἀπὸ μικροσκοπικὼν διαστάσεων ξενομορφὰ ἄτομα. (Στους δύο αὐτοὺς τύπους FeS2 θὰ ἐπανέλθουμε σὲ ἐπόμενο κεφάλαιο). Ἡ ἀκμὴ τῶν κρυστάλλων τῆς πρώτης περιπτώσεως κυμαίνεται μεταξὺ λίγων μ μέχρι καὶ 2-3 mm.

 

Για τοὺς κρυστάλλους τοῦ FeS2 τοῦ πρώτου τύπου μποροῦμε να προσθέσουμε, ὅτι, ἀφ' ἑνὸς μὲν δείχνουν ἀσθενῆ ἀλλὰ σαφῆ ἀνισοτροπία (φαινόμενο τὸ ὁποῖο ἀποδίδεται στῇ συμμετοχὴ As στῇ συνθεση τοῦ ὀρυκτοῦ), ἀφ' ἑτέρου δὲ ἐγκλείσματα χαλκοπυρίτη, μικροσκοπικὼν συνήθως διαστάσεων.

 

Ὁ χαλκοπυρίτης, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περιπτωση τῶν ἐγκλεισμάτων που προαναφέραμε, ἀπαντᾶται καὶ ὑπὸ μορφὴ μικροσκοπικὼν συνήθως διαστάσεων αὐτοτελῶν κόκκων, κατεσπαρμένων κατὰ ἀραιὰ διαστήματα μέσα στῇ μᾶζα τοῦ πετρώματος.

Ὁ δεύτερος ὀρυκτολογικὸς συνδυασμὸς ἢ τύπος μεταλλεύματος εἲναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπέσυρε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν μεταλλευτῶν ἀπὸ μακροῦ καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο βασικὰ ἀντικείμενα τῆς ἐρεύνας μας.

 

Ἡ πρώτη καὶ κύρια διαπίστωση εἲναι ὅτι τὸ μετάλλευμα τοῦ τύπου αὐτοῦ (τῶν δειγμάτων τουλάχιστον τὰ ὁποῖα μελετήθηκαν ἐργαστηριακὰ καὶ τὰ ὁποῖα προέρχονται, κατ' ἀνάγκη, ἀπὸ τὶς ἀνώτερες ζῶνες τῶν διαφόρων ἐμφανίσεων) ἔχει, ὑποκύψει, καὶ μάλιστα σὲ πολὺ μεγάλη κλίμακα, στις ἐπιδράσεις διαφόρων ἀποσαθρωτικὼν (ὀξειδωτικὼν κ.α.) παραγόντων. Κύρια συνέπεια τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εἴναι, ἢ σὲ μεγάλη ἔκταση ἀποικοδόμηση τῶν πρωτογενῶν τοῦ ὀρυκτολογικὼν συστατικῶν καὶ ἡ ἀντικαταστάσῃ τοὺς ἀπὸ ὑπεργενετικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα συνίσταται σὲ μερικὲς περιπτώσεις τὸ σύνολο τοῦ μεταλλεύματος. Διαφορίζονται δηλ. τὰ διάφορα συστατικὰ σὲ πρωτογενῆ καὶ ὑπεργενετικά, τὰ ὁποῖα καὶ περιγράφονται στῇ συνέχεια ξεχωριστά.

Στὰ πρωτογενῆ μεταλλικὰ ὀρυκτὰ ὑπάγονται τὰ ἑξῆς:

Βορνίτης. Σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ δεδομένα ἀντιπροσωπεύει, τὸ κύριο συστατικὸ τῆς πρωτογενοῦς θειούχου μεταλλοφορίας τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας. Οἱ κρύσταλλοι τοῦ ἀντιστοιχοὺν πάντοτε πρὸς ὑπολειμματικοὺς (λόγω ὀξειδώσεως) κόκκους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ κανόνα σχεδόν, ἔχουν ἀμοιβαδοειδὴ περιγράμματα. Τὸ κύριο ὑπεργενετικὸ ὀρυκτό που σχηματίζεται, σὲ βάρος τῶν κρυστάλλων τοῦ βορνίτη, τοὺς ὁποίους μάλιστα ἐνίοτε ἀντικαθιστᾲ ἐντελῶς, εἲναι ὁ χαλκοσίνης. Συνηθέστατα, γύρω ἀπὸ κάθε κόκκο βορνίτη ὑπάρχει, μία ζώνη ἀπὸ χαλκοσίνη.

Ὑπολειμματικὸς κόκκος βορνίτη (bn-βαθυτεφρο), ὁ ὁποῖος περιβάλλεται, ἀπὸ (νεο)διγενίτη (dig-τεφρόλευκο), ποὺ μὲ τῇ σειρᾷ τοῦ ἐξελίσσεται πρὸς τὰ ἔξω, σὲ χαλκοσίνη (cc-λευκό).  Ἡ μαύρου χρώματος μᾶζα ἀντιστοιχεῖ σὲ ὀξείδια τοῦ Fe καὶ ἀνθρακικὲς ἑνώσεις τοῦ Cu. Ἀνακλώμενο φῶς, Ἐλαιοκαταδυση, Nic.//, x80.

Ἐντοπίσθηκαν ἐν τούτοις καὶ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὅποιες ὁ βορνιτης δεν μεταπίπτει κατ' εὐθεῖαν σὲ χαλκοσίνη, ἀλλά, σὲ πρῶτο στάδιο, μετατρέπεται, σὲ (νεο-)διγενίτη, ὁ ὁποῖος στῇ συνέχεια ἐξελίσσεται σὲ χαλκοσίνη (βορνίτης > νεοδιγενίτης > χαλκοσίνης) (Εἰκ. 5). Δεν εἴναι, σπάνιο τὸ φαινόμενο κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ βορνίτης μεταπίπτει, ἰδίως κατὰ τὴν περιφέρεια τοῦ, στο ὀρυκτὸ ἰδαΐτης* (* Τὸ ὀρυκτὸ ἰδαΐτης προσδιορίσθηκε για πρώτη φορὰ στον Ἑλληνικὸ χῶρο ἀπὸ τὸν Ν. Μελιδώνη σὲ μετάλλευμα τῆς περιοχῆς Λαρδιὰ τῆς νήσου Τήνου [«Περὶ τῆς γεωλογικῆς κατασκευῆς τῆς νήσου Τήνου» - Προδρομη ἔκθεση]), οἱ κρύσταλλοι, τοῦ ὁποίου διευθετούνται συνήθως παράλληλα πρὸς τὶς κύριες κρυσταλλογραφικὲς κατευθύνσεις τῶν ἀτόμων τοῦ βορνίτη (Εἴκ. 6). Παρατηροῦνται, ἐπίσης περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ βορνίτης μεταπίπτει σὲ κοβελλίνη.

 

Προσθέτουμε, τέλος, ὅτι οἱ κρύσταλλοι, τοῦ βορνίτη παρουσιάζουν ἐνίοτε ἀπομίξεις χαλκοπυρίτη ὑπὸ μορφὴ λαμελλών, προσανατολισμένων παράλληλα πρὸς τὶς ἔδρες (100) τῶν κρυστάλλων τοῦ.

Κρύσταλλος βορνίτη (βαθὺ τεφρό) που μετατρέπεται, ἰδίως στην περιφέρεια τοῦ, σὲ ἰδαΐτη (λευκό).  Μὲ τὸ τελευταῖο ὀρυκτὸ συνυπάρχουν λαμέλλες (ἐξ ἀπομείξεως) χαλκοπυρίτη (ἐπίσης λευκό) που διευθετούνται // μὲ τις κύριες κρυσταλλογραφίες κατευθύνσεις τοῦ βορνίτη. Ἀνακλώμενο φῶς, Ἐλαιοκαταδυση, Nic.//, x100.

Χαλκοπυρίτης. Σὲ σύγκριση μὲ τὸν βορνίτη μετέχει, κατὰ οὐσιωδῶς μικροτερο ποσοστὸ στῇ συστάσῃ τοῦ πρωτογενοῦς μεταλλεύματος. Οἱ κρύσταλλοι τοῦ παρουσιάζονται, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι τοῦ βορνίτη, ἕνεκα τῆς ὀξειδώσεως, μὲ μορφὴ ὑπολειμματικὼν κόκκων. Γενικὰ μπορεῖ να λεχθεῖ, ὅτι τὸ ὀρυκτὸ αὐτὸ ὑφίσταται, τὶς ἴδιες, ὅπως καὶ ὁ βορνίτης, ἀλλοιώσεις. Σὲ ἀντιθεση ὅμως μὲ τὸν βορνίτη, ὁ ὁποῖος μετατρέπεται, κατὰ - κανόνα σχεδόν, σὲ χαλκοσίνη, ὁ χαλκοπυρίτης ἐξελίσσεται περιφερειακὰ πρὸς (νεο) διγενίτη.

 

Ὑπενθυμίζεται, τέλος, ὅτι ὁ χαλκοπυρίτης παρουσιάζεται μὲ μορφὴ "λαμελλὼν ἓξ ἀπομίξεως" μέσα στα σχετικὰ μεγάλου μεγέθους ἄτομα τοῦ βορνίτη.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ στις σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ὀρυκτῶν τῆς πρωτογενοῦς θειούχου μεταλλοφορίας, βασιζόμενοι σὲ μερικοὺς ὑπολειμματικοὺς ἱστούς, μποροῦμε να διατυπώσουμε ἀνεπιφύλαχτα τὴν ἄποψη ὅτι αὐτὲς εἴναι, τέτοιες, ὥστε να συνάγεται, μία συγχρόνη γένεση αὐτῶν.

Σιδηροπυρίτης. Ἀπαντᾶται ὑπὸ μορφὴ ἀποστρογγυλωμένων καὶ μικροσκοπικὼν πάντοτε διαστάσεων (ὑπολειμματικὼν) κόκκων. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ στῇ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος εἴναι, σύμφωνα μὲ ὄλες τις ἐνδείξεις, ἐπουσιώδης. Προσθέτουμε ἐπίσης, ὅτι σὲ καμμιὰ περιπτωση δεν ἀποκαλύπτονται οἱ ἰστολογικὲς σχέσεις αὐτοῦ μὲ τὰ λοιπὰ πρωτογενῆ ὀρυκτὰ καὶ συνεπὼς δεν μπορεῖ να ὑποστηριχθεῖ μὲ ἐπιχειρήματα ὁποιαδήποτε ἄποψη για τὶς γενετικὲς τοὺς σχέσεις. Ὑποθέτουμε, ἁπλῶς, ὅτι ὁ σιδηροπυρίτης εἴναι, σύγχρονος τῶν βορνίτη καὶ χαλκοπυρίτη, ὅπως ἄλλωστε τοῦτο συμβαίνει ἀποδεδειγμένα καὶ στην περιπτωση τοῦ συνδυασμοῦ σιδηροπυρίτης - χαλκοπυρίτης τῆς διασπαρτοῦ τύπου μεταλλοφορίας.

Ἄγνωστο (μὴ προσδιορισμένο) μεταλλικὸ b. Προκεῖται για ἕνα σουλφίδιο, τὸ ὅποιο παρουσιάζεται σὲ κρυστάλλους τόσο μικρῶν διαστάσεων, ὥστε ὁ προσδιορισμὸς τοῦ μὲ τὴν ἐφαρμογὴ ὀπτικῶν μεθόδων να εἲναι πρακτικὰ ἀδύνατος. Για τὸν ἴδιο λόγο δεν ἔγινε δυνατὴ καὶ ἡ λήψη ἀκτινογραφήματος.

Στο μικροσκόπιο οἱ κρύσταλλοί του παρουσιάζουν ἔντονα φαινόμενα διαβρώσεως, εἲναι συνήθως ξενομορφοι καὶ μόνο σπάνια τὰ περιγράμματα τοὺς ἔχουν κανονικὰ γεωμετρικὰ σχήματα (ὀκταγωνικὰ συνήθως). Καὶ στις τελευταῖες ὅμως αὐτὲς περιπτώσεις οἱ γωνίες τῶν πολυγωνικὼν τομῶν εἲναι διαβρωμένες, ὁπότε ἀποκτοὺν ἕνα ἐλλειψοειδὲς μέχρι στρογγυλὸ σχῆμα (Εἴκ. 7). Τὸ χρῶμα τῶν ἀτόμων τοῦ ὀρυκτοῦ αὐτοῦ εἲναι λευκότεφρο μὲ ἕνα πολὺ ἐλαφρὸ τόνο πρὸς τὸ κιτρινοκάστανο. Δὲν εἲναι πλεοχροϊκό, ἐνῶ σὲ +Nicols παρουσιάζει ἀσθενῆ ἀνισοτροπία. Ἡ "σκληρότητα στιλβώσεως" (Schleifharte, Polish Hardness) εἴναι, σχετικὰ ὑψηλὴ καὶ ὁπωσδήποτε πάντως πιὸ ὑψηλὴ ἀπὸ ἐκείνη τοῦ κυπρίτη, μέσα στους κρυστάλλους τοῦ ὁποίου συνήθως καὶ ἐγκλείεται. Σημειώνουμε, τέλος, ὅτι παρουσιάζει μία ἀξιοσημείωτη ἀντοχὴ στους ὀξειδωτικοὺς παράγοντες.

Σχεδὸν ἀποστρογγυλωμένος κόκκος τοῦ «ἀγνώστου μεταλλικοῦ ὀρυκτοῦ». Ἀνακλώμενο φῶς, Ἐλαιοκαταδυση, Nic //, x200.

Ἀπὸ μία ποιοτικὴ ἀναλύσῃ, ποὺ ἔγινε στα Ἐργαστήρια τηςGeoindustria τῆς Πράγας σὲ Μικροαναλυτὴ (μὲ φροντίδα τοῦ Dr. Karel Seidl), προέκυψε ὅτι στῇ συνθεση τοῦ ὀρυκτοῦ αὐτοῦ μετέχουν τὰ στοιχεῖα:

Ταὐτὸν Ge

Cu Sb

Ag Sn

Pb Ni

As Zn

(H σειρὰ εἴναι, ἀνεξάρτητη τοῦ ποσοστοὺ συμμετοχῆς τούς).

Μὲ βάσῃ τὰ προηγούμενα ἀποτελέσματα, σὲ συνδυασμὸ μὲ τις ὀπτικὲς ἀντιδράσεις καὶ τὰ μεταλλοπαραγενετικὰ δεδομένα, ὁδηγούμαστε στῇ σκέψῃ, ὅτι ἡ θειοῦχος αὐτὴ ἔνωση εἴναι, πολὺ πιθανὸ να ἀποτελεῖ μέλος τῆς ὁμάδας τοῦ πολυμεταλλίτη (σειρὰ τετραεδρίτη - τεναντίτη). Ἡ περιπτωση να ἀντιπροσωπεύει κάποιο σουλφοάλας μᾶλλον ἀποκλείεται, διότι τότε καὶ ἡ ἀνακλαστικὴ τοῦ ἱκανότητα θὰ ἤταν ὑψηλότερη καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μετάλλων που μετέχουν στῇ συστάσή του μικρότερος. (Ἡ προσπάθεια πάντως για τὸν πλήρη προσδιορισμὸ τοῦ θὰ συνεχισθεῖ).
 

1. Ὑπεργενετικὰ μεταλλικὰ ὀρυκτὰ

Στο προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέραμε τὰ ὑπεργενετικὰ ὀρυκτολογικὰ εἴδη:

Χαλχοσίνης

(Νέο) διγενίτης

Κοβελλίνης

Ἰδαΐτης,

 

τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν ἄμεσες ἰστολογικὲς καὶ γενετικὲς σχέσεις μὲ τὰ πρωτογενῆ (ὑπογενετικὰ) χαλκοπυρίτη καὶ βορνίτη. Στῇ συνέχεια συμπληρώνεται, ἡ εἰκόνα μὲ ἕνα ἀριθμὸ ἀναλόγου γεννέσεως ὀρυκτολογικὼν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ναὶ μὲν δεν ἐμφανίζουν ἄμεσες ἰστολογικὲς καὶ γενετικὲς σχέσεις μὲ τὰ πρωτογενῆ, εἲναι ὅμως βέβαιο ὅτι προήλθαν ἀπὸ αὐτὰ καὶ κάτω ἀπὸ τὶς ἴδιες γενικά, ὅπως καὶ τὰ πρῶτα, συνθῆκες, ἀλλὰ σὲ ἕνα πιὸ προχωρημένο στάδιο τῆς ἐξελίξεως τῆς (μὲ τὴν εὐρεῖα ἔννοια τοῦ ὀροῦ) «ζώνης ὀξειδώσεως». Τὰ ὀρυκτὰ αὐτὰ εἲναι τά:

 

Αὐτοφυὴς χαλκὸς

Κυπρίτης (χαλκοτριχίτης)

Τενορίτης (Μελακονίτης)

Λειμωνίτης (συνήθως γκαιτίτης)

Μαλαχίτης Ἀζουρίτης

 

Χαρακτηριστικὸ για τὰ πιὸ πάνω ὀρυκτὰ εἲναι τὸ ὅτι παρουσιάζουν τέτοιες μεταξὺ τοὺς σχέσεις, ὥστε εὔκολα μπορεῖ να ἑξαχθεῖ τὸ συμπέρασμα, πὼς σχηματίσθηκαν κάτω ἀπὸ πολὺ συγγενικὲς συνθῆκες. Μία πολὺ συνηθισμένη εἰκόνα εἴναι, ἡ ὑπάρξῃ μαζῶν τοῦ ὀρυκτοῦ κυπρίτης - σὲ μερικὰ ἀπὸ τὰ δείγματά που ἐξετάσθηκαν ἀποτελεῖ τὸ κύριο συστατικὸ - μέσα στις ὁποῖες ὑπάρχουν ἀκανόνιστου, κατὰ κανόνα, σχήματος κόκκοι αὐτοφυοῦς χαλκοῦ, τὸ μῆκος τῶν ὁποίων ἐνίοτε φθάνει στα 3 – 4mm. Οἱ κρύσταλλοι τοῦ κυπρίτη εἲναι συνήθως ξενομορφοι, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὲς σπάνιες περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες παρουσιάζονται σὰν ἰδιόμορφοι (κυβικοὶ) μὲ ἀκμή που κυμαίνεται μεταξὺ λίγων μ μέχρι καὶ λίγων mm (Εἴκ. 8).

 

Παρατηρήθηκαν ἐπίσης καὶ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες τὸ ἴδιο ὀρυκτὸ παρουσιάζεται μὲ μορφὴ λεπτῶν βελονιδίων, δηλαδὴ μὲ τῇ μορφῇ που εἲναι γνωστὴ στῇ βιβλιογραφία σὰν χαλκοτριχίτης.

Τμῆμα ἑνὸς "ἑνιαίου" ἰδιομόρφου κρυστάλλου κυπρίτη (τεφρόλευκο), ὁ ὁποῖος κατὰ θέσεις ἔχει μετατραπεῖ σὲ τενορίτη (tn - τεφρό). Ἀνακλώμενο φῶς, Ἐλαιοκαταδυση, Nic. //, x40.

Μία ἅλλῃ, συνηθισμένη μᾶλλον, περιπτωση εἴναι, οἱ βοτρυοειδεὶς σχηματισμοί, τὸ κέντρο τῶν ὁποίων κατέχεται ἀπὸ ἕνα κόκκο αὐτοφυοῦς χαλκοῦ, γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποτίθενται,, κατὰ συγκεντρικοὺς χιτῶνες, κατ' ἀρχὴν μὲν κυπρίτης (συνήθως μικροκρυσταλλικὸς) στῇ συνέχεια δέ, πρὸς τὰ ἔξω, τενορίτης (Εἶ.κ. 9). Τὸν τελευταῖο διαδέχονται, χιτῶνες κυπρίτη καὶ λειμωνίτη, κάποτε δὲ καὶ τενορίτη, ποὺ ἐναλλάσσονται, μεταξὺ τοὺς καὶ τελικὰ παρουσιάζονται, οἱ ἀνθρακικὲς ἑνώσεις τοῦ χαλκοῦ (μαλαχίτης καὶ πολὺ σπάνια ἀζουρίτης), οἱ ὁποῖες συμπληρώνουν τοὺς μεταξὺ τῶν βοτρυοειδὼν σχηματισμῶν χώρους.

Κόκκος αὐτοφυοῦς χαλκοῦ (λευκό), γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀναπτύσσοντας, συγκεντρικά, χαλκοσίνης (cc - τεφρόλευκο) καὶ στῇ συνέχεια, πρὸς τὰ ἔξω, μίγμα χαλκοσίνη καὶ τενορίτη (tn - τεφρό). Ἡ μαύρου χρώματος μᾶζα ἀντιστοιχεῖ σὲ ὀξείδια κυρίως τοῦ Fe. Ἀνακλώμενο φῶς, Ἐλαιοκαταδυση, Nic. //, x60.

 

Για τὸν αὐτοφυῆ χαλκὸ προσθέτουμε ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περιπτωση τῶν σχετικὰ εὐμεγέθων κόκκων τοῦ - που περιβάλλονται, κατὰ κανόνα ἀπὸ κυπρίτη - ὑπάρχει, καὶ ἔνας ἄλλος τύπος αὐτοῦ, ποὺ ἀντιπροσωπεύεται, ἀπὸ πολυάριθμα ψίγματα τὰ ὁποῖα σχηματίζουν «σμήνη» ἢ «νέφη» («κόνις αὐτοφυοῦς χαλκοῦ») καὶ τὰ ὁποῖα ἐγκλείονται εἴτε μέσα στῇ μᾶζα τοῦ κυπρίτη εἴτε στῇ μᾶζα τοῦ λειμωνίτη.

 

Τὸ ὀρυκτὸ τενορίτης ἐμφανίζεται, μὲ μορφὴ λεπιδιομόρφων καὶ συνήθως διδύμων ἢ πολυδύμων κρυστάλλων, οἱ ὁποῖοι σχηματίζουν ἐνίοτε δεματίδια. Ἀναγνωρίζεται, - στα πλαίσια βέβαια τῶν ὑπεργενετικὼν ὀρυκτῶν τοῦ χαλκοῦ που περιγράψαμε - σχετικὰ εὔκολα ἀπὸ τὸ χρῶμα τῶν τομῶν τοῦ (κιτρινοκάστανοι τόνοι), τὸν ἀσθενῆ πλεοχροϊσμὸ τοῦ καὶ τὴν ἔντονη ἀνισοτροπία τοῦ (ἰδίως μὲ Ταὐτὸν Nicols).

 

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ὀρυκτολογικὼν εἰδῶν (ὑπογενετικὼν καὶ ὑπεργενετικών), τὰ ὁποῖα μετέχουν στῇ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος (διασπάρτου, ὅπως χαρακτηρίσθηκε, τύπου) τῶν ἐμφανίσεων τῆς περιοχῆς Ἀπιδέας, σὲ συνδυασμὸ μὲ τοὺς διαφόρους ἰστολογικοὺς τύπους αὐτοῦ, ὁδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ὅτι, τὰ δείγματά που ἐξετάσθηκαν ἐργαστηριακὰ ἀντιστοιχοὺν στο ὀξειδωμένο τμῆμα τῶν πιὸ πάνω ἐμφανίσεων, μάλιστα δὲ ἀντιπροσωπεύουν, ὅλα τὰ στάδια ἐξελίξεως τῆς ζώνης ὀξειδώσεως. Μὲ βάσῃ τὶς παρατηρήσεις καὶ διαπιστώσεις ἀπὸ τὴν ὅλη ἐργαστηριακὴ μελέτη, μποροῦμε τελικὰ να ἀποδώσουμε τῇ σειρᾷ τῶν διαφόρων διαδικασιῶν που ἔλαβαν χώρα μέσα στα πλαίσια τῆς ζώνης ὀξειδώσεως μὲ τὸ ἐπόμενο σχῆμα, τὸ ὁποῖο συγκρίνεται, μὲ ἐκείνα που περιλαμβάνονται, στην κλασσικὴ βιβλιογραφία.

3. Ὀρυκτολογικὴ συστάσῃ τοῦ μεταλλεύματος φλεβικοὺ τύπου

Ὅπως ἤδη τονίσθηκε σὲ προηγούμενο κεφάλαιο, ἔκδηλος φλεβικὸς τύπος πρωτογενοῦς θειούχου μεταλλοφορίας μέσα στην ὑπὸ μελέτη περιοχὴ δεν ἐντοπίσθηκε. Τὸ μόνο που διαπιστώθηκε εἴναι, ἡ ὑπάρξῃ ῥηγμάτων, κατὰ μῆκος τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἐκδηλώσεις χαλκούχου μεταλλοφορίας ὑπεργενετικοὺ πάντοτε τύπου (μαλαχίτης, διάφορα ὀξείδια τοῦ Fe καὶ σπάνια ἀζουρίτης), τὰ ὁποῖα καὶ θεωρήσαμε σὰν ὁμόλογα ἐκείνων τῆς "Ῥηξιγενοὺς ζώνης Βαρυπάτης - Μολάων".

 

Ὑπενθυμίζουμε, ὅτι μὲ τὰ τελευταῖα αὐτὰ ῥήγματα συνδέεται, ἀμέσως μία φλεβικοὺ τύπου θειοῦχος μεταλλοφορία, ἡ ὁποία, σὲ γενικὲς γραμμές, μας εἴναι, γνωστὴ ἀπὸ προηγούμενες κοιτασματολογικὲς ἔρευνες καὶ μάλιστα στην πρωτογενῆ τῆς μορφή. Ἂν πραγματικὰ μεταζὺ τῶν δύο ὁμάδων ῥηγμάτων ὑπάρχουν οἱ σχέσεις που προαναφέρθηκαν (ὑποτέθηκαν), τότε μπορεῖ κανεὶς να ἀναμένει, καὶ στα ῥήγματα τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας (σὲ κάποιο βέβαια βάθος ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια) τὴν ὑπάρξῃ πρωτογενοῦς θειούχου μεταλλοφορέας, καὶ μα¬λιστα ἀνάλογου μὲ ἐκείνου τῆς Βαρυπάτης - Μολάων τύπου.

 

Ἀπὸ τὴν προχειρη ἐξετάσῃ ἑνὸς μικροῦ ἀριθμοῦ δειγμάτων προέκυψε τὸ κατ΄ ἀρχὴ συμπέρασμα, ὅτι, τὰ κύρια μεταλλικὰ ὀρυκτὰ τῆς φλεβικοὺ τύπου μεταλλοφορίας τῆς περιοχῆς Βαρυπάτης - Μολάων εἴναι, τὰ ἀκόλουθα:

 

Ὑπογενετικὰ  Ὑπεργενετικὰ

Γαληνίτης       Χαλκοσίνης

Σφαλερίτης    (Νεο)διγενίτης

Σιδηροπυρίτης Κοβελλίνης

Χαλκοπυρίτης Μαλαχίτης

Βορνίτης Ἀζουρίτης

Αἱματίτης Γκαιτίτης

Χαλκοσίνης

 

Προκεῖται δηλαδὴ για μία ἐντελῶς διαφορετική, σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες περιγράφηκαν μέχρι τώρα ἀπὸ τὴν περιοχὴ Ἀπιδέας, παραγένεση, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο λεπτομεροῦς μελέτης, ποὺ θὰ γίνει σὲ συνεργασία μὲ ἐπιστήμονες τοῦ Παραρτήματος Τριπόλεως.
 

Γ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΧΗΜΙΚΗ PROSPECTION (ΜΕΤΑΛΛΟΜΕΤΡΙΑ)

 

Ἡ ἐργασία αὐτή, ποὺ ἔγινε ἀπὸ γεωλόγους τῆς ἐταιρίας Bethlehem Steel κατὰ τῇ διαρκεια τῶν ἐτῶν 1972 - 1973, περιέλαβε τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν περιοχῶν τῆς ΝΑ Πελοποννήσου, οἱ ὁποῖες κατέχονται, κατὰ μεγάλο ποσοστό, ἀπὸ ἠφαιστειακὰ πετρώματα (περιοχὲς Φλόκα - Ἄγ. Δημητρίου - Φοίνικι, Μολάων - Ἀπιδίας, Μαρὶ καὶ Λεωνιδίου). Σὲ πρώτη φάσῃ ἔγινε δειγματοληψία ἱζημάτων ῥευμάτων (stream sediments), κατὰ τὴν ὁποία συλλέχθηκαν 230 δείγματά που ἀναλύθηκαν ἠμιποσοτικὰ μόνο για Cu. Μὲ βάσῃ τὰ ἀποτελέσματά που προεκυ¬ψαν καθορίσθηκαν περιοχὲς για περαιτέρω ἔρευνα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἴναι, καὶ ἐκείνη τῆς Ἀπιδίας.

 

Στην τελευταία αὐτὴ περιοχὴ ἔγινε (τὸ καλοκαίρι 1973) δειγματοληψία ἐδάφους, σὲ ἔκταση 7 km2 περίπου καὶ σὲ δίκτυο 100 Ταὐτὸν 100m, κατὰ τὴν ὁποία συλλέχθηκαν 517 δείγματα. Ἀπὸ μία ἁπλὴ γραφικὴ ἐπεξεργασία τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χημικὼν ἀναλύσεων ἀποδείχθηκε ἡ ὑπάρξῃ 11 γεωχημικὼν ἀνωμαλιῶν ἐλλειπτικοῦ γενικὰ σχήματος, οἱ μέγιστες τιμὲς Cu τῶν ὁποίων κυμαίνονται γύρω στὰ 300 ppm. Οἱ βασικὲς διευθύνσεις τῶν μεγάλων ἀξόνων τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν εἲναι ΒΔ - ΝΑ καὶ ΒΑ - ΝΔ ποὺ εἲναι καὶ διευθύνσεις τῶν κυρίων καὶ δευτερευουσὼν ῥηξιγενὼν ζωνῶν τῆς περιοχῆς. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὶς ἀνωμαλίες που προαναφέρθηκαν, διαπιστώθηκε ἡ ὑπάρξῃ καὶ μερικῶν ἄλλων, ἐπίσης ἐλλειπτικοῦ σχήματος, οἱ διευθύνσεις τῶν μεγάλων ἀξόνων τῶν ὁποίων εἲναι Α-Δ. Ἡ διεύθυνση αὐτή, κατὰ τὸν γεωλόγο Young, D.J. (1973), συμπίπτει, μὲ τῇ διεύθυνση τῶν σχιστοφυὼν ἐπιφανειῶν τῶν ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων τῆς περιοχῆς που παρουσιάζουν μερικὴ σχιστοποίηση.

 

Πρέπει ἐπίσης να προστεθεῖ, ὅτι ἕκτος ἀπὸ τὶς 11 "βασικὲς" ἀνωμαλίες ὑπάρχουν (σύμφωνα πάντοτε μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἰδίας γεωχημικὴς ἐρευνᾷς) καὶ μερικὲς ἄλλες, τουλάχιστον 9 ἀνωμαλίες, οἱ πολὺ μικρὲς διαστάσεις ὅμως τῶν ὁποίων ὑποβιβάζουν κατὰ πολὺ τὸ ἐνδιαφέρον τούς. Σὲ ἕνα τυχὸν ἐπόμενο στάδιο ἐρευνητικῶν ἐργασιῶν ὀφείλουν ἐν τούτοις νὰ ληφθοὺν καὶ αὐτὲς ὑπόψη, διότι εἲναι δυνατὸν (θεωρητικὰ τουλάχιστον) να ἀντανακλοὺν συγκεντρώσεις χαλκούχου μεταλλοφορίας μεγαλυτέρων διαστάσεων καὶ σημασίας, οἱ ὁποῖες ὅμως καλύπτονται σήμερα ἀπὸ φυτικὴ γῆ.

 

Ὀφείλουμε, τέλος, να ἐπισημάνουμε ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, στα ὁποῖα ὁδηγεῖ ἡ γεωχημικὴ αὐτὴ prospection, εἲναι πιθανὸ ὅτι δεν ἀντικατοπτρίζουν τὴν πραγματικότητα, για τοὺς λόγους ὅτι:

 

(α) Ἡ μεταλλομετρία περιορίσθηκε μόνο στον Cu, ἐνῶ ὀφεῖλε να περιλάβει τουλάχιστον καὶ τὰ μέταλλα Pb καὶ Zn, ὅπως ἐπίσης καὶ ὁρισμένα καθοδηγητικὰ στοιχεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀσφαλῶς τὸν Ag.

 

(β) H ἐπεξεργασία τῶν χημικὼν δεδομένων δεν ἔγινε μὲ τις σύγχρονες μεθόδους που ἐφαρμόζονται, στῇ γεωχημικὴ prospection. Δεν λήφθηκε δηλαδὴ ὑπόψη ἕνα σύνολο ἀπαραίτητων παραγόντων (μεταξὺ τῶν ὁποίων π.χ. ὁ τύπος τοῦ ἀνάγλυφου τῆς περιοχῆς, ὁ τύπος τῶν πετρωμάτων, ἡ ταχύτητα τῶν ὑδάτων που - ῥέουν ἐπιφανειακά, ὁ συντελεστὴς μεταναστεύσεως τοῦ Cu, ἡ κατανομὴ τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν καὶ μεταλλοφόρων σωμάτων κ.α.), οὔτε ἔγινε στατιστικὴ ἀναλύσῃ. Οἱ ἀνωμαλίες, κατὰ συνέπεια, ποὺ προαναφέρθηκαν μποροὺν να ἐκτιμηθοὺν σὰν χημικὲς καὶ ὄχι σὰν γεωχημικές.

 

(γ) Τὸ δίκτυο δειγματοληψίας (100x100m) εἴναι, ἀσφαλῶς ἄραιο για τῇ συγκεκριμένῃ αὐτὴ περιπτωση. Στο θέμα ὅμως αὐτὸ θὰ ἐπανέλθουμε σὲ ἐπόμενο κεφάλαιο.
 

Δ. ΜΕΤΑΛΛΟΓΕΝΕΣΗ

 

Στο κεφάλαιο αὐτὸ καταβάλλεται, μία προσπάθεια ἑρμηνείας τῶν φαινομένων τῆς μεταλλογενέσεως καὶ στῇ συνέχεια ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἢ τῶν κοιτασματολογικὼν τύπων, στους ὁποίους ὑπάγονται, οἱ ἐκεῖ φυσικες συγκεντρώσεις ἀπὸ μεταλλικὰ ὀρυκτά, ἡ γνώση τῶν ὁποίων, στῇ συγκεκριμένη περιπτωση, θὰ εἶχε ὁπωσδήποτε ὄχι μόνο θεωρητικὴ ἀλλὰ καὶ πρακτικὴ σημασία.

 

Εἴναι, βέβαια γνωστό, ὅτι, για τὴν ἐπιτεύξη τοῦ στόχου που θέσαμε ἀπαιτεῖται, ἕνα σύνολο ἐντελῶς ἑξακριβωμένων πληροφοριῶν καὶ κυρίως ἐκείνων που σχετίζονται:

 

- μὲ τῇ γεωλογικῇ - γεωτεκτονικὴ ἐξέλιξη τόσο τῆς συγκεκριμένης, ὄσο καὶ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς.

 

- μὲ τὴν διαμόρφωση, τὴν ἀναπτυξη καὶ τῇ θέση τῶν διαφόρων φυσικῶν συγκεντρώσεων μεταλλικῶν ὀρυκτῶν στο γεωλογικὸ τοὺς πλαίσιο.

 

- μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν πιὸ πάνω συγκεντρώσεων, μὲ τὴν ὀρυκτολογικὴ τοὺς δηλαδὴ συστάσῃ (μεταλλικὰ - παραγενετικὰ ὀρυκτά), καθὼς ἐπίσης καὶ μὲ τὸν ἰστὸ καὶ τὴν ὑφὴ τόσο τῆς μεταλλικῆς ὄσο καὶ τῆς μὴ μεταλλικῆς παραγενέσεως.

 

- μὲ τὸν χημισμὸ τούς. (Στο σημεῖο αὐτὸ θὰ μποροῦσε να τονισθεῖ ἡ χρησιμότητα τοῦ προσδιορισμοὺ διαφόρων ἰχνοστοιχείων καὶ ἰσοτόπων).

 

- μὲ τοὺς τύπους τῶν πετρωμάτων - φορέων καὶ πετρωμάτων - πλαισίων τῶν συγκεντρώσεων τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν, καθὼς καὶ τοὺς τύπους ἑξαλλοιώσεως αὐτῶν.

 

Προκεῖται δηλαδὴ για ἕνα σύνολο πληροφοριῶν, ἡ συγκέντρωση τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖ ἐκτεταμένη καὶ συνθέτη ἔρευνα, ἡ ὁποία ἔχει μὲν ἀρχίσει να πραγματοποιείται, θὰ ὁλοκληρωθεῖ ὅμως μὲ τῇ συμπληρώσῃ τοῦ ὅλου ἐρευνητικοῦ προγράμματός που ἀφορᾷ στην εὐρύτερη περιοχή. Πρὸς τὸ πάρον θὰ περιοριστοῦμε, κατ' ἀνάγκη, στην ἀξιολόγηση τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἀπὸ τὶς μέχρι τώρα ἐργασίες που ἔγιναν τόσο στο ὑπαιθρο, ὄσο καὶ στο ἐργαστήριο. Τὰ συμπεράσματα μας, συνεπώς, θὰ εἲναι ἀφ' ἑνὸς μὲν γενικά, ἀφ' ἑτέρου δὲ ὄχι ἐντελῶς τεκμηριωμένα. Για τὴν ἀκρίβεια, στο κεφάλαιο αὐτὸ τίθενται τὰ ἐπὶ μέρους προβλήματα καὶ συζητούνται, μὲ βάσῃ τὰ στοιχεῖά που προαναφέρθηκαν καὶ τὰ βιβλιογραφικὰ δεδομένα, διαφορες ἀπόψεις.

 

Ἀνακεφαλαιώνοντας, ὑπενθυμίζουμε ὅτι, μέσα στην εὐρύτερη περιοχὴ διαμορφώνονται, τρεῖς διάφοροι μεταξὺ τοὺς τύποι, μεταλλοφορίας: ὁ τύπος τῆς συμπαγοῦς, ὁ τύπος τῆς διασπαρτοῦ καὶ ὁ τύπος τῆς φλεβικής. Ὁ μὲν πρῶτος τύπος περιορίζεται σὲ μία μόνο ἐμφάνιση ἐξαιρετικὰ περιορισμένων διαστάσεων, ὁ δὲ δεύτερος ἑξαπλούται, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πυκνότητα τοῦ, σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῶν ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων που μετέχουν στῇ γεωλογικὴ δομὴ τῆς περιοχῆς. Προσθέτουμε, τέλος, ὅτι ἡ παρουσία, φλεβικοὺ τύπου μεταλλοφορίας μέσα στην περιοχὴ Ἀπιδίας δεν διαπιστώθηκε μὲ βεβαιότητα. Ἁπλῶς, μὲ βάσῃ ὁρισμένα δεδομένα, ὑποθέτουμε τὴν ὑπάρξῃ τῆς σὰν τὴν πρὸς ΒΔ συνέχεια ἐκείνης τῆς "Ῥηξιγενοὺς ζώνης Βαρυπάτης - Μολάων". Ὑπενθυμίζουμε ἐπίσης, ὅτι κάθε ἔνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς κοιτασματολογικοὺς τύπους χαρακτηρίζεται καὶ ἀπὸ ἰδίους συνδυασμοὺς ὀρυκτολογικὼν φάσεων, τοὺς ὁποίους καὶ περιγράψαμε στα ἐπὶ μέρους κεφάλαια.

 

Ἰδιαίτερη, ὅπως ἤδη τονίσαμε, συμβολὴ στην ἑρμηνεία καὶ ἀναπαραστάσῃ τῶν μεταλλογενετικὼν διαδικασιῶν μπορεῖ να ἀποτελέσει ὁ καθορισμὸς τοῦ τύπου τῶν μεταλλαγῶν (alteration, Umwandlung) καὶ τῶν διαφόρων γενικὰ ἀλλοιώσεων, τὶς ὁποῖες ἔχουν ὑποστεῖ τὰ ἠφαιστειακὰ πετρώματα. Οἱ μεταβολές που διαπιστώσαμε, τόσο στο ὑπαιθρο ὄσο καὶ ἀπὸ τὴν μελέτη δειγμάτων μὲ τὴν ἐφαρμογὴ διαφόρων ὀρυκτοδιαγνωστικὼν μεθόδων (πολωτικὸ μικροσκόπιο, ἀκτῖνες Χ, DTA), εἲναι οἱ ἀκόλουθες:

 

- Σερικιτίωση: Ὁ τύπος αὐτὸς τὶς μεταλλαγὲς τῶν ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων ἔχει, μὲν καθολικὴ ἑξάπλωση, κυρίως ὅμως ἐκδηλούται στα γειτονικὰ πετρώματα τῶν φλεβικοὺ τύπου μεταλλοφόρων σωμάτων, ὅπως ἐπίσης, ἂν καὶ σὲ κάπως ἀσθενέστερη ἔνταση, στα πετρώματα - φορεῖς τῆς διασπάρτου τύπου μεταλλοφορίας.

 

- Χλωριτίωση: Εἲναι πολὺ πιθανὸ ὅτι, ἐντάσσεται στα πλαίσια τοῦ γενικότερου φαινομένου τῆς προπυλιτιώσεως, τὸ ὁποῖο παρατηρεῖται στην περιοχὴ αὐτὴ καὶ ἀφορᾷ ἀποκλειστικὰ στα ἀνδεσιτικὴς συστάσεως ἠφαιστειακὰ πετρώματα.

 

- Ἐπιδοτιτίωση: Τὸ φαινόμενο αὐτὸ μπορεῖ να λεχθεῖ ὅτι ἔχει καθολικὴ σχεδὸν ἑξάπλωση. Ἡ πιὸ μεγάλη πάντως ἔντασή του παρατηρεῖται κατὰ μῆκος τῶν ῥηξιγενὼν γραμμῶν, στις ὁποῖες ἀναφερθήκαμε σὲ προηγούμενα κεφάλαια καὶ ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐλέγχεται ἡ φλεβικοὺ τύπου μεταλλοφορία. Τὰ ὀρυκτολογικὰ εἴδη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύεται, εἲναι κυρίως ὁ πιστακίτης καὶ σὲ μικροτερο ποσοστό, ὁ ζωισίτης.

 

- Πυριτίωση: Ἐκδηλώνεται, ἡ μὲ τὴν παρουσία κρυστάλλων (ἡ συσσωματωμένων) χαλαζία κατεσπαρμένων μέσα στῇ μάζα τῶν ἠφαιστιτὼν ἢ μὲ τὴν παρουσία κοιτῶν καὶ φλεβῶν. Οἱ τελευταῖες εἴτε σχηματίζουν πυκνὰ δίκτυα - ὅπου τὸ πάχος τῶν φλεβιδίων κυμαίνεται μεταξὺ κλάσματος τοῦ mm καὶ πολὺ λίγων cm - εἴτε ἀκολουθοῦν ὁρισμένες κατευθύνσεις, ὁπότε ὅμως τὸ πάχος τοὺς εἶναι, σαφῶς μεγαλύτερο (ἐνίοτε μεγαλύτερο καὶ ἀπὸ ἕνα Ταὐτόν). Πρέπει ἰδιαίτερα να τονισθεῖ, ὅτι ἡ ἔνταση τῆς μεταλλοποιήσεως τοῦ πετρώματος εἴναι, σχεδὸν πάντοτε, ἀναλόγη μὲ τὴν ἔνταση τῆς πυριτιώσεως.

 

- Λεύκανση (ἀποχρωματισμός, bleaching, Bleichung): Εἴναι, ἕνα ἀρκετὰ διαδεδομένο φαινόμενο, τὸ ὁποῖο ἐκδηλώνεται, ὄχι μόνο στα ἀμέσως γειτονικὰ μὲ τις μεταλλοφόρες φλέβες πετρώματα (π.χ. στις φλέβες τῆς ζώνης Βαρυπάτης - Μολάων), ἀλλὰ καὶ σὲ πετρώματα μέσα στα ὁποῖα ἀπαντῶνται διασπάρτα θειούχα μεταλλικὰ ὀρυκτά. Οἱ ἀλλοιώσεις τοῦ τύπου αὐτοῦ, ἔκδηλο ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων εἲναι τὸ "ξεθωριασμα" τῶν πετρωμάτων που ἀποτελοῦν τὸν φυσικὸ περιγυρο τῶν συγκεντρώσεων ἀπὸ θειούχα μεταλλικὰ ὀρυκτά, ὀφείλονται, ὅπως εἲναι γνωστό, στην ἐπιδράση ὑδατικὼν διαλυμάτων ἐλευθέρων ὀξέων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν πνευματολυτικὴ ἢ ὑδροθερμικὴ μεταλλογενετικὴ φάσῃ.

 

- Καολινιτίωση: Τὸ φαινόμενο αὐτὸ παρατηρεῖται μὲν στα πετρώματα τῆς περιοχῆς μας, ἐπειδὴ ὅμως δεν μελετήθηκε ἐπαρκῶς, δεν μπορεῖ να γίνει οὔτε ὁ καθορισμὸς τῶν ἰδιαιτέρων τοῦ χαρακτήρων οὔτε καὶ ἀκριβῆς ἐκτιμήσῃ τῆς σημασίας τοῦ για τὶς μεταλλογενετικὲς διαδικασίες.

 

- Ἀλουνιτίωση: Πιστοποιεῖται μὲ τὴν παρουσία τοῦ ὀρυκτοῦ γιαροσίτης (συγγενοῦς μὲ τὸν ἀλουνίτη που σχηματίζεται κάτω ἀπὸ τὶς ἴδιες μὲ αὐτὸν συνθῆκες) σὲ μερικὲς θέσεις τῶν ἀμέσως γειτονικὼν μὲ τις μεταλλοφόρες φλέβες πετρωμάτων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἀπαντᾶται, ἀλλὰ σὲ πολὺ περιορισμένη κλίμακα, καὶ στα γειτονικὰ πετρώματα τῶν ἄλλων τύπων μεταλλοφορίας.

 

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν μεταλλαγῶν που περιγράψαμε, σὲ συνδυασμὸ μὲ τῇ γενικῇ διαμόρφωση τῶν μεταλλοφόρων συγκεντρώσεων (συμπαγής, διασπαρτός, φλεβικὸς τόπος), τοὺς ἀνατομικοὺς τοὺς χαρακτῆρες, τὶς ὀρυκτολογικὲς τοὺς παραγενέσεις (μεταλλικὲς καὶ μὴ) καὶ τὰ δεδομένα τῆς εἰδικῆς μὲ τὸ θέμα μας βιβλιογραφίας, καταλήγουμε ἀβίαστα στο συμπέρασμα, ὅτι τόσο οἱ ποικίλες μεταλλαγές, ὄσο καὶ τὰ κύρια μεταλλογενετικὰ φαινόμενα ὀφείλονται στην ἐπιδράση θερμοδιαλυμάτων – φορέων (κάποτε) καὶ διαφόρων μετάλλων.

 

Ἡ διαπίστωση αὐτὴ εἰσάγει αὐτόματα δύο κύρια ἐρωτήματα: (α) Ποῖα ἤταν ἡ θερμοκρασία τῶν θερμοδιαλυμάτων (θερμοκρασία ἀποχωρισμοῦ τῶν με¬ταλλικὼν ὀρυκτῶν); καὶ (β) Ποία ἤταν ἡ ἑστία (ἢ οἱ ἐστίες) ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέῤῥευσαν τὰ μεταλλοφόρα διαλύματα;

1. Περὶ τῆς θερμοκρασίας ἀποχωρισμοῦ τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν

Ὑπενθυμίζουμε, ὅτι σὰν ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης τῶν ὀρυκτολογικὼν παραγενέσεων τῶν διαφόρων ἐμφανίσεων τῆς περιοχῆς που μελετᾶται, προέκυψε ὅτι για κάθε κοιτασματολογικὸ τόπο τοὺς ὁποίους διακρίναμε ἀντιστοιχοὺν καὶ ἴδιοι ὀρυκτολογικοὶ συνδυασμοὶ (συνδυασμοὶ φάσεων).

 

Στην περιπτωση τοῦ συμπαγοῦς τόπου διαπιστώσαμε τοὺς συνδυασμούς:

σιδηροπυρίτης + αἱματίτης

σιδηροπυρίτης + αἱματίτης + μαγνητίτης

σιδηροπυρίτης + μαγνητίτης + μαγνητοπυρίτης,

 

ἡ συναπάρξῃ τῶν ὁποίων ὁδηγεῖ στο "καταρχὴν" συμπέρασμα, ὅτι σχηματίσθηκαν (ἀποχωρίσθηκαν) κάτω ἀπὸ τὶς ἴδιες γενικὰ συνθῆκες καὶ ἰδιαίτερα κάτω ἀπὸ τὶς ἴδιες περίπου θερμοκρασίες.

 

Σὲ ἀκριβέστερα συμπεράσματα θὰ μπορούσαμε να καταλήξουμε ἂν ἀντιμετωπίζαμε τὸ ὅλο θέμα μὲ τῇ βοήθειᾳ τῶν δεδομένων τῆς Πειραματικὴς Πετρολογίας (Experimental Ore Petrology) - ἡ ὁποία, ὅπως εἲναι γνωστό, μελετᾷ τὶς συνθῆκες σχηματισμοῦ τῶν συνδυασμῶν φάσεων στα πλαίσια τῶν διαφόρων φυσικοχημικὼν συστημάτων - ὑπὸ τὴν προϋπόθεση βέβαια ὅτι θὰ εἴχαμε στῇ διαθεση μας τοὺς καταλλήλους συνδυασμοὺς φάσεων. Τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴν ὅλη ὀρυκτολογικὴ ἀναλύσῃ μας ὑποχρεώνουν να προστρέξουμε στους συνδυασμοὺς φάσεων τοῦ συστήματος Fe – Ταὐτὸν - O. Ἀπὸ τὴν ἐπισκοπήσῃ τῆς εἰδικῆς Βιβλιογραφίας ἔγινε φανερό, ὅτι τὰ πιὸ κατάλληλα διαγράμματα ἀπεικονίσεως τῶν σχέσεων τῶν διαφορῶν φάσεων τοῦ συστήματος αὐτοῦ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τις ἀντιστοιχες θερμοκρασίες σχηματισμοῦ τούς, εἲναι ἐκείνα τῶν Kullerud, G. (1957) καὶ Taylor, L. A., Kullerud, G. (1971).

 

Ἀπὸ τὴν ὅλη μελέτη τῶν διαγραμμάτων αὐτῶν προκύπτει, ὅτι οἱ τρεῖς συνδυασμοὶ φάσεων τῆς συμπαγοῦς τύπου μεταλλοφορίας τῆς περιοχῆς που ἐρευνᾶται εἶναι δυνατὸν να σχηματισθοὺν (ἀποχωρισθοὺν) ἀπὸ διαλύματα, ἡ θερμοκρασία τῶν ὁποίων κυμαίνεται σὲ ἀρκετὰ εὐρεία πλαίσια (βλ. διαγράμματα ἅ, β, γ τοῦ Σχ. 5), ἡ ὁποία πάντως δεν μπορεῖ να ξεπερνάει τοὺς 675°C. Μεγαλύτερος περιορισμὸς τῶν πλαισίων τῶν θερμοκρασιὼν σχηματισμοῦ τῶν συνδυασμῶν που πραγματευόμαστε δεν μπορεῖ να γίνει, για τὸν ἁπλὸ λόγο, ὅτι λείπουν οἱ κατάλληλοι για τὴν περιπτωση συνδυασμοῦ φάσεων.

 

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ στῇ διασπάρτου τύπου μεταλλοφορία ὑπενθυμίζουμε, ὅτι διαπιστώθηκε ἡ συνυπάρξῃ τῶν ὀρυκτολογικὼν συνδυασμῶν:

 

σιδηροπυρίτης + χαλκοπυρίτης καὶ

βορνίτης + χαλκοπυρίτης + σιδηροπυρίτης,

 

ποῦ οἱ ἀμοιβαῖες σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀτόμων τοὺς ὑποδηλώνουν σύγχρονο ἀποχωρισμὸ αὐτῶν. Ἄν, προκειμένου να καθορίσουμε τὴν περιοχὴ θερμοκρασιὼν ἀποχωρισμοῦ τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν τῶν πιὸ πάνω συνδυασμῶν, προστρέξουμε καὶ πάλι, στα δεδομένα τῆς Πειραματικὴς Πετρολογίας, εἴμαστε ὑποχρεωμένου να χρησιμοποιήσουμε τὰ διαγράμματα τῶν διαφόρων συνδυασμῶν φάσεων τοῦ συστήματος Fe – Cu - Ταὐτόν.

 

Σύμφωνα μὲ τὰ ἀντίστοιχα διαγράμματα (βλ. Σχ. 6 - 7) τοῦ Kullerud, G. (1973) συμπεραίνεται, ὅτι ἡ θερμοκρασία σχηματισμοῦ τοῦ ὀρυκτολογικοὺ συνδυασμοῦ βορνίτης + χαλκοπυρίτης + σιδηροπυρίτης ὀφείλει να βρίσκεται μεταξὺ 228 καὶ 568 °Ταὐτόν. (Σύμφωνα μὲ ὅσα προαναφέραμε, μέσα στην ἴδια περιοχὴ θερμοκρασιὼν ἀποχωρίσθηκαν καὶ οἱ φάσεις τοῦ πρώτου συνδυασμοῦ, δηλαδὴ σιδηροπυρίτης + χαλκοπυρίτης). Στο σημεῖο αὐτὸ πρέπει να διασαφηνισθεῖ, ὅτι καθοριστικὸς παράγοντας τῶν πιὸ πάνω πλαισίων θερμοκρασιὼν εἴναι, συμ¬φωνα μὲ ὅλα τὰ πειραματικὰ δεδομένα, ἡ συνυπάρξῃ τῶν φάσεων σιδηροπυρίτης + βορνίτης.

 

Ἀπὸ τὰ διαγράμματα τοῦ Σχ. 6 γίνεται φανερό, ὅτι ὁ συνδυασμὸς βορνίτης + σιδηροπυρίτης δεν εἲναι δυνατὸν να ὑπάρξει σὲ θερμοκρασία μεγαλύτερη», τῶν 568°C (βλ. διάγρ. α), ἐνῶ αὐτὸ εἲναι ἔφικτο σὲ θερμοκρασία κάτω

τῶν 568,°Ταὐτὸν (βλ. διάγρ. β). Ἀκριβῶς στῇ θερμοκρασία τῶν 568°C λαμβάνει χώρα ἡ ἀντιδράση:

Ἀντίθετα, στῇ θερμοκρασία τῶν 228° ὁ συνδυασμὸς βορνίτης + σιδηροπυρίτης παύει να ὑπάρχει (βλ. διαγρ. ἃ καὶ β τοῦ Σχ. 7), για τὸν λόγο ὅτι ὑπὸ τὶς συνθῆκες αὐτὲς λαμβάνει χώρα ἡ ἀντιδράση:

Ἀπὸ αὐτὸ συμπεραίνεται, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ μέχρι τώρα ἀγνώστου σουλφιδίου (μέλους, κατὰ πᾶσα πιθανότητα, τῆς ὁμάδας τοῦ πολυμεταλλίτη) δεν εἲναι δυνατὸν να μεταβάλλει, ἀρνητικὰ τὸ πλαίσιο θερμοκρασιών που καθορίσθηκε, να εὐρύνει δηλαδὴ αὐτό, ἐνῶ, ἀντίθετα, εἲναι δυνατὸν να τὸ περιορίσει, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο συνιστᾲ ἕνα προσθετο λόγο για τὴν περαιτέρω μελέτη τοῦ.

 

Ἂν ληφθεῖ ὑπόψη καὶ τὸ γεγονός, ὅτι μέσα στους σχετικὰ μεγάλους κρυστάλλους τοῦ βορνίτη ὑπάρχουν (ἀτρακτοειδεῖς) ἀπομίξεις χαλκοπυρίτη (βλ. σελ. 35 καὶ Εἴκ. 7), τὸ σύμφωνα μὲ τὰ δεδομένα τῆς Πειραματικὲς Πετρολογίας ἀνώτατο ὄριο θερμοκρασιὼν μπορεῖ να ὑποβιβασθεῖ μέχρι τοὺς 475 °Ταὐτὸν περίπου. Ἡ τελευταία αὐτὴ θερμοκρασία ἔχει γίνει δεκτὸ (Smirnov, V. I., 1976), ὅτι εἲναι ἡ "θερμοκρασία ἀπομίξεως" (Exsolution or unmixing temperature) τῆς δυάδας βορνίτης - χαλκοπυρίτης.

Ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους συμπεράσματα, στα ὁποῖα καταλήξαμε ἀπὸ τὴν μέχρι τώρα ἐπεξεργασία τοῦ θέματός που τέθηκε πρὸς συζήτηση, σὲ συνδυασμὸ μὲ τῇ γενικῇ ἀναπτυξη καὶ τῇ θεση τῶν διαφόρων φυσικῶν συγκεντρώσεων μεταλλικῶν ὀρυκτῶν στο γεωλογικὸ τοὺς πλαίσιο καὶ τὸν τύπο τῶν ἀλλοιώσεών τις ὁποῖες ἔχουν ὑποστεῖ τὰ πετρώματα - φορεῖς (ἢ πλαίσια) αὐτῶν, ἐξάγεται τὸ γενικὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ περιοχὴ θερμοκρασιὼν μέσα στην ὁποία σχηματίσθηκαν οἱ διαφορες ὀρυκτολογικὲς φάσεις εἲναι τέτοια, ὥστε τὰ "κοιτάσματα" τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας να μποροὺν να χαρακτηρισθοὺν σὰν μεσοθερμικά.

 

Ὀφείλουμε βέβαια να διευκρινίσουμε, ὅτι τὸ πιὸ πάνω συμπέρασμα δεν ἀφορᾷ καὶ στον φλεβικὸ τύπο μεταλλοφορίας, για τὸν ὁποῖο, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τῇ γενικῇ μεταλλικῇ καὶ μὴ παραγένεση καὶ τὸν τύπο τῶν ἀλλοιώσεων τῶν πετρωμάτων - πλαισίων τοῦ, διατυπώνουμε τὴν κατ' ἀρχὴν ἄποψη, ὅτι ὁ τύπος αὐτὸς μεταλλοφορίας ὑπάγεται στην κατηγορία τῶν ἐπὶ – μεσοθερμικών.

2. Περὶ τῆς ἑστιᾷς ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέῤῥευσαν τὰ μεταλλοφόρα θερμοδιαλύματα

Μὲ βάσῃ τὰ στοιχεῖά που προέκυψαν ἀπὸ τὴν μέχρι τώρα γεωλογικὸ - γεωτεκτονικὴ καὶ κοιτασματολογικὴ ἀναλύσῃ τῆς περιοχῆς ὁδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἑστία (ἢ οἱ ἐστίες) τῶν μεταλλοφόρων θερμοδιαλυμάτων, θεωρητικὰ τουλάχιστον, θὰ μποροῦσε να ἤταν εἴτε ἔνας πλουτωνίτης (μικροῦ ἢ μεγάλου βάθους), εἴτε ἔνας ὑποηφαιστίτης.

 

Ἀπὸ τὴν ἀναλύσῃ, ἐν τούτοις, τῆς γεωλογικῆς δομῆς τῆς Πελοποννήσου ἔχει προκύψει τὸ ἀναμφισβήτητο συμπέρασμα, ὅτι πουθενὰ δεν ἀπαντῶνται πλουτώνια πετρώματα. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμέ πως τὰ πλησιέστερα πρὸς τὴν Πελοπόννησο πλουτώνια σώματα εἲναι ὁ γρανίτης (γρανοδιορίτης) τῆς Σέριφου καὶ ὁ γρανοδιορίτης τῆς Πλάκας (Λαυρεωτική). Μὲ βάσῃ τὸ δεδομένο αὐτὸ - καὶ μὲ τὴν ἐπιφύλαξη, βέβαια, ὅτι δεν ὑπάρχει ἄλλη, μὴ προσιτὴ στην ἀμέση παρατηρήσῃ, ἑστία ἐκπομπῆς θερμοδιαλυμάτων (π.χ. πλουτωνίτης καλυμμένος ἢ βυθισμένος κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσας) - εἴμαστε ὑποχρεωμένοι να ἀναζητήσουμε τὴν ὑπὸ συζήτηση ἑστία μεταξὺ ἐκείνων μὲ τὶς ὁποῖες σχετίζονται καὶ τὰ ἀνδεσιτικοὺ τύπου ἠφαιστειακὰ (ὑποηφαιστειακὰ) σώματά που, ὅπως ἤδη ἐκθέσαμε μὲ λεπτομέρειες, μετέχουν κατὰ σημαντικὸ ποσοστὸ στῇ δομὴ τῆς περιοχῆς που ἐξετάζεται.

 

Ἐὰν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς τελευταίας αὐτῆς ἀπόψεως μποροῦμε, σύμφωνα μὲ τὰ δεδομένα τῆς εἰδικῆς βιβλιογραφίας, να ἐπικαλεσθοῦμε καὶ τὰ ἑξῆς:

 

- Τοὺς πετρολογικοὺς τύπους (συνήθως μέσης βασικότητας) τῶν ἐκεῖ ὑποηφαιστιτών.

 

- Τὶς σχέσεις (τοπογραφικὲς καὶ ἰστολογικὲς) μεταξὺ μαγματικὼν γενικὰ πετρωμάτων καὶ τῶν συγκεντρώσεων ἀπὸ μεταλλικὰ ὀρυκτά, ὅπως αὐτὲς περιγράφηκαν στα ἐπὶ μέρους κεφάλαια.

 

- Τὶς θερμοκρασίες ἀποχωρισμοῦ τῶν μεταλλικῶν ὀρυκτῶν, τὶς ἀποστάσεις τῶν ὑπὸ μελέτη "κοιτασμάτων" ἀπὸ τὶς πιθανὲς μαγματικὲς ἐστίες καὶ τὸ βάθος ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια στο ὁποῖο αὐτὲς σχηματίσθηκαν. Μὲ ἄλλες δηλαδὴ λέξεις καὶ ἂν ἄκομα ὑπάρχουν πλουτώνια σώματα, οἱ ἀποστάσεις αὐτῶν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν μεταλλοφόρων συγκεντρώσεων θὰ εἲναι (σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ γεωλογικὰ δεδομένα) ὁπωσδήποτε μεγάλες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ ἀντιθεση μὲ τῇ διαπίστωσή πως οἱ θερμοκρασίες που προσδιορίσαμε εἴναι, ἀρκετὰ ὑψηλὲς* (* Ἡ ἀντιθεση αὐτὴ θὰ μποροῦσε ἐν τούτοις, να ἐρμηνευθεῖ μὲ βάσῃ τὸ νέο γεωτεκτονικὸ σχῆμα τῶν Jacobshagen, V. Et al (1976).

 

- Τοὺς χαρακτῆρες, τέλος, τῶν ἀλλοιώσεων τῶν πετρωμάτων - φορέων ἢ πλαισίων τῶν διαφόρων μεταλλικῶν παραγενέσεων. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ εἰδικὰ σ' αὐτὲς ὑπενθυμίζουμε, ὅτι μποροὺν μὲν ὄλες να προκληθοὺν ἀπὸ τὴν ἐπιδράση ὑδροθερμικὼν διαλυμάτων που ἀποῤῥέουν ἀπὸ πλουτώνιες ἢ ὑποηφαιστειακὲς μαγματικὲς ἐστίες, ἐμφανίζουν ὅμως ἀνὰ περιπτωση ὁρισμένες διαφορές.

Ἔτσι:

Στην περιπτωση τῶν ὑδροθερμικὼν διαλυμάτων που ἀποῤῥέουν ἀπὸ πλουτώνιες μαγματικὲς ἐστίες, οἱ ὑδροθερμικὲς ὀρυκτολογικὲς μεταλλαγὲς περιορίζονται, κατὰ τὸ πλεῖστο, στῇ στενὴ περιοχὴ τῶν ἀντιστοίχου τύπου κοιτασμάτων. Στην ἴδια περιπτωση ὁ μὲν χλωρίτης δείχνει στενὲς ἰστολογικὲς σχέσεις μὲ τὸν σιδηροπυρίτη, ἡ δὲ ἐπιδοτιτίωση εἲναι ἕνα μᾶλλον σπάνιο φαινόμενο. Ἀντίθετα, ἡ σερικιτίωση εἲναι ἐξαιρετικὰ διαδεδομένη, ἐνῶ ἡ σιδηροπυριτίωση καὶ τὸ "φαινόμενο δημιουργίας ἀνθρακικὼν ὀρυκτῶν" (carbonatization) δεν παρουσιάζουν ἰδιαιτέρους χαρακτῆρες.

 

Στην περιπτωση, ἀντίθετα, τῶν ὑποηφαιστειακὼν μαγματικὼν ἑστιῶν οἱ μεταλλαγὲς ἐκδηλώνονται, καταρχήν, μέσα στῇ μάζα αὐτῶν τῶν ἰδίων ἠφαιστειακὼν (ὑποηφαιστειακὼν) πετρωμάτων, ὁπότε καὶ προκαλεῖται τὸ γνωστὸ φαινόμενο τῆς προπυλιτιώσεως, ποὺ ἀφορᾷ κυρίως στους βασικοὺς μέχρι, μέσης βασικότητας πετρολογικοὺς τόπους.

 

Ἂν συγκρίνουμε τὰ δεδομένα που προέκυψαν ἀπὸ τὴν ὅλη ἐπεξεργασία τῶν διαφόρων ὀρυκτολογικὼν μεταλλαγῶν μὲ τὰ προαναφερθέντα καὶ θεωρητικὰ παραδεδεγμένα ἀπὸ εὐρὺ κύκλο ἐρευνητῶν (Cissarz, A., 1965, Schneiderhohn, H., 1962, Smirnov, V. I., 1976, Kuzvart, M. & Bohmer, M., 1972 κ.α.), ὁδηγούμαστε στο συμπέρασμα ὅτι οἱ μεταλλαγὲς αὐτὲς ἑρμηνεύονται μὲ πολὺ μεγαλύτερη εὐχέρεια σὰν τὸ ἀποτέλεσμα ἐπιδράσεων θερμοδιαλυμάτων που ἀπέῤῥευσαν ἀπὸ ὑποηφαιστειακὲς μαγματικὲς ἐστίες παρὰ ἀπὸ πλουτώνιες. Ἐνῶ δηλαδὴ οἱ γεωλογικὲς - γεωτεκτονικὲς συνθῆκες δεν ἀντιτίθενται, οἱ πετρογραφικὲς καὶ μεταλλοπαραγενετικὲς σχέσεις που διαπιστώθηκαν συνηγοροὺν σαφῶς ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως, ὅτι οἱ συγκεντρώσεις μεταλλικῶν ὀρυκτῶν συμπαγοῦς καὶ διασπάρτου τύπου τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας ὑπάγονται στην ὁμάδα τῶν «ὑποηφαιστειακὼν μεταμαγματικὼν - ὑδροθερμικὼν (μεσοθερμικὼν) κοιτασμάτων σιδηροπιρίτη - χαλκοῦ».

 

Οἱ φλεβικοὺ τύπου μεταλλικὲς συγκεντρώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως ἐκδηλούνται, σαφῶς στῇ γειτονικὴ "Ῥηξιγενὴ ζώνη Βαρυπάτης - Μολάων", εἲναι ὅπως ἤδη περιγράφηκε στα ἐπὶ μέρους κεφάλαια, ἐντελῶς διαφορετικὴς συστάσεως, μποροὺν δὲ να καταταγούν, σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ μέχρι, τώρα δεδομένα, στην ὁμάδα τῶν "ὑποηφαιστειακων - ὑδροθερμικὼν (ἐπιθερμικών;) κοιτασμάτων μολύβδου - ψευδαργύρου".

 

Ἀνεξάρτητα, πάντως, ἀπὸ τὰ προηγούμενα συμπεράσματα, πρέπει, πάντοτε να λαμβάνεται - ὑπόψη ὅτι τὸ γεωτεκτονικὸ πλαίσιο, μέσα στο ὁποῖο εἴναι, τοποθετημένα καὶ τὰ ἠφαιστειακὰ μεταλλοφόρα πετρώματα, δηλ. ἡ Ὁμάδα καλυμμάτων τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδας, ὅπως αὐτὴ καθορίσθηκε ἀπὸ τοὺς Jacobshagen Ταὐτόν. Et al. (1976), εἴναι, ἐπωθημένη καὶ μάλιστα ἀπὸ μεγάλες ἀποστάσεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο σημαίνει πως οἱ, ἠφαιστειακὲς διεισδήσεις, ἐγχύσεις κλπ. ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὶς μαγματικὲς τοὺς ἐστίες.

 

Συζητοῦμε, τέλος, τὸ πρόβλημα τῆς προελεύσεως τῶν μετάλλων, τὴν περιπτωση δηλ. περὶ τοῦ ἂν πράγματι, τὰ θερμοδιαλύματά που ἀπέῤῥευσαν ἀπὸ τὴν ὑποηφαιστειακὴ (ἢ ὑποηφαιστειακὲς) ἑστία ἦσαν μεταλλοφόρα ἢ ἂν προμηθεύθηκαν τὰ μέταλλα ἀπὸ ἄλλες πηγές. Διότι, σὲ παρόμοιες περιπτώσεις, ὁ σχηματισμὸς π.χ. ἀνάλογου τύπου συγκεντρώσεων ἀπὸ χαλκούχα ὀρυκτὰ μπορεῖ να ἐρμηνευθεῖ σὰν ἕνα φαινόμενό που συνδέεται, ἄμεσα μὲ τῇ διαδικασίᾳ τῆς ἐπιδοτιτιώσεως. Ὑποστηρίζεται δηλ. ἡ ἄποψη, ὅτι, ὁ Cu μέτειχε στῇ δομὴ τῶν πρωτογενῶν πετρογενετικὼν ὀρυκτολογικὼν συστατικῶν τῶν ἀνδεσιτικοὺ μέχρι βασαλτο - ἀνδεσιτικοὺ τύπου πετρωμάτων (ἰόντα Cu στῇ θέση τοῦ Fe 2+) καὶ ἐλευθερώθηκε κατὰ τῇ διαρκεια τῆς διαδικασίας τῆς ἐπιδοτιτιώσεως, ἡ ὁποία προκλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιδράση θερμοδιαλυμάτων. Στῇ συνέχεια ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς ζῶνες ἐπιδοτιτιώσεως καὶ ἀποτέθηκε μέσα σὲ προσφερόμενες γι' αὐτὸ περιοχὲς - συνήθως τεκτονισμένες - ὑπὸ μορφὴ θειούχων ἑνώσεων. Τὸ ἀπαραίτητο Ταὐτόν, σύμφωνα μὲ ἐπαρκῇ γεωχημικὰ δεδομένα, μπορεῖ να προέρχεται ἀπὸ τὶς ἴδιες ἐπίσης ζῶνες ἐπιδοτιτιώσεως, οἱ ὁποῖες τελικά, σὲ σύγκριση μὲ τῇ λοιπῇ μᾶζα τῶν ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων, παρουσιάζονται, σὰν πρακτικὰ ἐλεύθερες σὲ χαλκὸ καὶ θεῖο.

 

Παράδειγμα κοιτάσματος, ἡ γένεση τοῦ ὁποίου ἑρμηνεύεται σὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πιὸ πάνω διαδικασιῶν, εἲναι ἐκεῖνο τῆς περιοχῆς Buena Esperanza τῆς Χιλὴς (Losert, J., 1974), ὅπου ὑπολογίσθηκε (μὲ βάσῃ τὰ ἀποτελέσματα λεπτομεροῦς γεωχημικὴς μελέτης), ὅτι ἀπὸ μία ζώνη ἐπιδοτιτιώσεως 5x0,3x1km εἶναι δυνατὴ ἡ "ἀπελευθερώσῃ" 100.000 Ταὐτὸν Cu, ποσοῦ δηλ. ἴσου περίπου μὲ ἐκεῖνο τοῦ κοιτάσματος.

 

Ἀπὸ τρεῖς χημικὲς ἀναλύσεις σὲ ἰσάριθμα (ὑγιῆ) ἠφαιστειακὰ πετρώματα (δύο, τύπου "κροκεάτη λίθου" καὶ ἑνός, τόπου λαβὰς μὲ ἀμυγδαλόλιθους) προέκυψε, ὅτι τὸ ποσοστὸ τοῦ Cu τῶν ἠφαιστιτὼν κυμαίνεται μεταξὺ 200 καὶ 300ppm* (*Δελτίο ἀναλόσεως ἆρ. 600 ΚΓΛ, ἀναλυτῆς Κ. Λεώνης, Δ/νση Χημικὼν Ἀναλύσεων Ι.Γ.Μ.Ε.). Οἱ τιμὲς αὐτές, κατὰ τὴν ἄποψη πολλῶν ἐρευνητῶν, εἴναι, κατὰ πολὺ ὑψηλότερες ἀπὸ ἐκείνη που - θεωρεῖται σὰν μέση τιμὴ Cu τῶν ἠφαιστειακὼν πετρωμάτων. Ο Cissarz, Α. (1965, σελ. 8), για παράδειγμα, ἀναφέρει, ὅτι τὸ μέσο ποσοστὸ Cu τῶν ἠφαιστιτὼν εἴναι, 70ppm, ἐνῶ ὁ Schneiderhohn, Η. (1962, σελ. 26) θεωρεῖ τὸ ἴδιο ποσοστὸ σὰν τὸν μέσο ὄρο Cu τοῦ στερεοῦ φλοιοῦ τῆς γῆς. Παρ' ὅλα αὐτά, μία ἀπόπειρα ἀντιμετωπίσεως τῶν μεταλλογενετικὼν φαινομένων τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας* (*Διευκρινίζεται ὅτι μιλοῦμε πάντοτε για τῇ διασπαρτοῦ τόπου χαλκοῦχο μεταλλοφορία καὶ ὄχι για τὴν Zn – Pb – Cu/οὖχο φλεβικὴ) ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν ἀντιλήψεών που προαναφέρθηκαν θὰ ἤταν προώρη, για τὸν λόγο ὅτι μας λείπουν πολλὰ ἄκομα πετροχημικὰ - γεωχημικὰ στοιχεῖα.
 

Ε. ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΩΝ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΠΙΔΙΑΣ

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΡΕΥΝΑ ΑΥΤΩΝ

 

Σκοπὸς τῆς ἐργασίας που πραγματοποιήθηκε μέχρι τώρα ἤταν: (α) ἡ ἑξακρίβωση τῶν προοπτικῶν, σὲ πολὺ ἀδρὲς γραμμές, για τὶς οἰκονομικὲς ὑποσχέσεις τῶν ἐμφανίσεων χαλκούχων ὀρυκτῶν τῆς περιοχῆς Ἀπιδίας, ἡ ἑξακρίβωση, μὲ ἄλλες λέξεις, περὶ τοῦ ἂν στην περιοχὴ αὐτὴ ὑπάρχει πράγματι ἀντικείμενο για περαιτέρω ἐρευνητικὴ προσπάθεια καὶ (β) ἡ διατύπωση - σὲ περιπτωση καταφατικῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐρωτήματος - ἑνὸς προγράμματος ὁριστικῆς κοιτασματολογικὴς μελέτης.

 

Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν στοιχείων που συγκεντρώθηκαν μέχρι τώρα καὶ κυρίως ἐκείνων που ἀφοροὺν στις γεωμετρικὲς καὶ ποιοτικὲς παραμέτρους τῶν διαφόρων τύπων τῶν μεταλλοφόρων ἐμφανίσεων τῆς περιοχῆς αὐτῆς, διαμορφώνεται μία εἰκόνα ἡ ὁποία δεν εἴναι, μὲν θετική, εἲναι - ὅμως τέτοια, ὥστε να μπορεῖ να προσελκύσει, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἐρευνητῇ. Συμφωνοῦμε δηλαδὴ ὡς πρὸς αὐτὸ μὲ τὴν ἄποψη τῶν Gruszczyk, H., Haranczyk, C. & Μελιδώνη, Ν. (1970), οἱ ὁποῖοι, στα γενικὰ τοὺς συμπεράσματα για τὴν οἰκονομικὴ σημασία τῶν μεταλλευμάτων χαλκοῦ που συνδέονται μὲ τὰ ἠφαιστειακὰ πετρώματα τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Λακωνίας, τονίζουν: "Καθ' ὃ διάστημα μας εἴναι, ἄγνωστοι ὅλαι αἳ παραμετροῖ, τῶν μεταλλοφόρων τούτων ἐμφανίσεων, πρέπει να εἴμεθα ἐγκρατεῖς ἔναντι, κάθε ἀρνητικῆς ἀξιολογήσεως τῶν. Τὸ μόνο τὸ ὁποῖο δυνάμεθα να συστήσωμεν διὰ τάς χαλκούχους ἐμφανίσεις τῶν ἠφαιστιτὼν τῆς Λακωνίας εἲναι ἡ διεξαγωγὴ περαιτέρω ἐπιστημονικῶν ἐρευνητικῶν ἐργασιῶν".

 

Ἀποφασιστικὴς σημασίας ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουν τὴν ἄποψη αὐτὴ εἴναι, ἀσφαλῶς, τὰ γενικὰ συμπεράσματα περὶ τῆς μεταλλογενέσεως, ὅπως αὐτὰ διατυπώθηκαν στο εἰδικὸ κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας. Καί, περισσότερο συγκεκριμένα, ἡ ἑξακρίβωση τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ χαλκοῦχος μεταλλοφορία τῆς περιοχῆς εἴναι, ὑδροθερμικοὺ - διασπάρτου τύπου, μὲ τὴν ὁποία συνυπάρχει, πιθανὸν καὶ φλεβικὴ (νεώτερη;) ποῦ σχετίζεται ἴσως μὲ τὴν ἀναλόγου φύσεως μεταλλοφορία τῆς γειτονικὴς τάφρου Βαρυπάτης - Μολάων.

 

Μὲ βάσῃ τὰ προηγούμενα, προτείναμε ἕνα πρόγραμμα ἐρευνητικῶν ἐργασιῶν, τὸ ὁποῖο ὅμως ἐπιβάλλεται, να πραγματοποιηθεῖ κατὰ στάδια καὶ τὸ ὁποῖο ἀναλύεται, σὲ σχετικὴ ὑπηρεσιακὴ ἔκθεσή που ἔχει, κατατεθεῖ στο Ἀρχεῖο τοῦ Ι.Γ.Μ.Ε.
 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Ἀγγελόπουλος, Κ., Κωνσταντινίδης, Δ., Παπασπύρου, Δ., Παπουτσίδης, Ε., Τακτικός, Σ. & Τζιμουρτάς, Σ. (1977): Πρόδρομος ἔκθεσις ἐπὶ τῆς γεωλογικῆς – κοιτασματολογικὴς χαρτογραφήσεως τῶν περιοχῶν ΠΑπαδιάνικων – Φοινικίου – Ἀγ. Νικολάου – Βελιὼν ὑπὸ κλίμακα 1: 20.000 – ΙΓΜΕ, Ἀδημ. Ἔκθεση Νὸ 2579. Τρίπολη.

Ἀναστόπουλος Ι. & Παπανικολάου, Ν. (1958): Κοιτασματολογικὴ καὶ γεωφυσικὴ ἀναγνωρίσῃ Ν καὶ ΝΑ Πελοποννήσου – ΙΓΕΥ, Ἀδημ. Ἔκθεση Νὸ 27, Ἀθῆνα.

AUBOUIN, J., BRUNN, J.H., CELET, P., DERCOURT, J., GODFRIAUX, J. X MER-CIER, J. (1963): Esquisse de la geologie de la Grece, - Livre Mem. Paul Fallot, vol. 2. Paris (Soc. geol. France).

AUBOUIN, J., BONNEAU, M. , CELET, P., CHARVET, J. et al. (1970): Contribution Ταὐτὸν la geologie des Hellenides: le Gavrovo, le Pinde et la zone ophiolithique subpelagonienne. - Ann.Soc.geol. Nord, vol. 90. Lille.

BIZON, G. & THIEBAULT, F. (1974): Donnees nouvelles sur Ταὐτὸν'age des marbres et des quartzites du Taygete (Peloponnese meridional, Grece). - C.R. Acad. Set. Paris, (D), vol. 278. Paris.

BURRI, C. & NIGGLI, P. (1945, 1949): Die jungen Eruptivgesteine des mediterranen Oregens (I-II). Zurich.

CISSARZ, A. (1965): Einfuhrung in die allgemeine und systematische Lagerstattenlehre. Stuttgart.

DERCOURT, J. (1964): Contribution Ταὐτὸν Ταὐτὸν'etude geologique Ταὐτὸν'un secteur du Peloponnese septentrionale. - Ann. geol. Pays hellen, τομ. 15. Ἀθῆνα

G.D.M.B. (1968): Untersuchung und Bewertung von Erzlagerstatten. - Heft 21. Clausthal - Zellerfeld.

GRUSZCZYK, H., HARANCZYK, C. & Μελιδώνης, N. (1970): Περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς κοιτασματολογικὴς ἀναγνωρίσεως τῆς ΠελοποννήσουΙΓΕΥ, Γεωλ. Ἀναγν. Νὸ 49, Ἀθῆνα.

JACOBSHAGEN, V., MAKRIS, J., RICHTER, D., BACHMAN, G.H., DOERT, U., GIESE, P. & RISCH, H. (1976): Alpidischer Gebirgsbau und Krustenstruktur der Peloponnes. - Z. dt. geol. Ges., Band 127, Teil 2. Hannover.

ΚΤΕΝΑΣ, Κ. (1924): Formations primaires semimetamorphiques au Peloponnese central. - Bull. S. G. F., Compte Rendu Sommaire des Seances. Paris.

KULLERUD, G. (1957): Phase Relations in the Fe-O-Ταὐτὸν system. - Gam. Inst. Wash., Ann. Dept. Dir. Geoph. Lab. Year book. Washington.

KULLERUD, G. (1973): Sulphide phase equilibria and their applications to ores. - Intern. Symp. Abstr. Prague.

KUSS, S.E. & THORBECKE, G. (1974): Die praneogenen Gesteine der Insel Kreta und ihre Korrelierbarkeit im agaischen Raum. - Ber. naturf. Ges. Freiburg Ταὐτόν. Br., vol. 64. Freiburg Ταὐτόν. Br.

KUZVART, M. & BOHMER, M. (1972): Vyhledavani Ταὐτὸν pruzkum lozisek nerostnych surovin. - Akademia. Prague.

LOSERT, J. (1974): The formation of stratiform copper deposits in relation to alteration of volcanic series (on North-Chilean examples). - Rozpr. Cesk. Akad, Ved., Rada Mat. Ταὐτὸν prir. ved., roc. 84, s. 5. Prague.

MAKRIS, J., MAVRIDIS, L.N., MENZEL, H. , STAUROU, A. & VEIS, G. (1973): The gravity field of Attika, the Peloponnese and Kithira, Greece. - Z. Geophys., vol. 39. Wurzburg.

Μαράκης, Γ. (1965): Τὰ παλαιοζωϊκὰ ἠφαιστειακὰ πετρώματα τῆς Λακωνίας. Ταὐτὸν Διδακτ. Διατρ. Ἀθῆνα.

Μαρίνος, Γ., Ἀντωνόπουλος, Β. & Μελιδώνης, Ν. (1959): Περὶ τῶν σιδηρομεταλλευμάτων τῆς περιοχῆς Νεαπόλεως Λακωνίας (Βάτικα). Ταὐτὸν ΙΓΕΥ, 778Α. Ἀθῆνα.

Μελιδώνης, Ν. (1972): Γεωλογικὴ κατασκευὴ καὶ μεταλλοφορία τῆς περιοχῆς Ποντοκερασιὰς (Νόμου Κιλκίς). Ταὐτὸν Ann. Geol. Pays Hellen, vol.11, pp. 321 – 393. Ἀθῆνα.

Μελιδώνης, Ν. (1977): Περὶ τῆς γεωλογικῆς κατασκευῆς τῆς νήσου Τήνου. Ταὐτὸν ΙΓΜΕ, Προδρομη ἔκθεση. Ἀθῆνα.

Παρασκευόπουλος, Μ. Γ. (1960): Οἱ ἐμφανίσεις βαρύτη καὶ γαληνίτη τῆς περιοχῆς Φοινικίου Μολάων - Ann. Geol. Pays Hellen, vol.11, pp. 154 – 160. Ἀθῆνα.

Παρασκευόπουλος, Μ. Γ. (1965): Οἱ μεταλλοφόροι ἐμφανίσεις τῶν πορφυτιτικὼν πετρωμάτων τῆς Λακωνίας. Ταὐτὸν Πρακτ. Ἀκαδ. Ἀθηνῶν, τόμ. 40, σελ. 79 – 91. Ἀθῆνα.

PEJRASCHECK, W.E. (1961): Lagerstattenlehre. Wien.

PHILIPPSON, A. (1892): Der Peloponnes. Berlin.

RAMDOHR, P. (1975): Die Erzmineralien und ihre Verwachsungen. Berlin.

RENZ, C. (1940): Die Tektonik der griechischen Gebirge. Ταὐτὸν Πραγμ. Ἀκαδ. Ἀθηνῶν, τομ. 8. Ἀθῆνα

RENZ, C. (1955): Die vorneogene Stratigraphie der normalsedimentaren formationen Griechenlands. Ταὐτὸν ΙΓΕΥ . Ἀθῆνα.

SCHNEIDERHOHN, A. (1962): Erzlagerstatten. Stuttgart.

SMIRNOV, S.S. (1954): Die Oxydatioriszone sulfidischer Lagerstatten. Berlin.

SMIRNOV, V.I. (1976): Geology of Mineral Deposits. Moscow.

TAYLOR, L. A. & KULLERUD, G. (1971): Pyrite – Magnetite stability relations. Ταὐτὸν Garn. Inst. Wash., Ann. Debt. Dir. Geoph. Lab. Year book. Washington.

YOUNG, D. J. (1973): Southern Peloponnese Geochemical Survey. Ταὐτὸν Phase 1. Θεσσαλονίκη.