5. Οἱ Δρόμοι τῆς Σωτηρίας__________(Π)

2 Αὐγούστου 1991
C. A. McCLAIN
Πεντηκοστιανὸς Πάστορ
Alberny Valley Times B.
Canada

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Οἱ δρόμοι τῆς Εὐαγγελικὴς Σωτηρίας εἲναι πολὺ διαφορετικοὶ ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Σωτηίας εἲναι πολὺ διαφορετικοὶ ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Σωτηρίας που προσφέρονται ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ τὶς ἄλλες θρησκεῖες.

Διότι χωρὶς ἑξαίρεση, ὄλες οἱ ἄλλες θρησκεῖες πληροῦνται μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αὐτὸ – σωτηρίας, ἀπὸ τὰ καλὰ τοὺς ἔργα, χωρὶς ἑξαίρεση. Αὐτὴ εἲναι ἡ στάση ὅλου τοῦ κόσμου, θρησκευόμενων καὶ ὄχι, ποὺ πιστεύουν ἢ δεν πιστεύουν στον Θεό.

Σῳζόμεθα μὲ τὰ καλὰ μας ἔργα. Μίλα σ΄ ἔναν ἀνθρωπο σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη θρησκεία, μίλα σὲ κάποιον ἀνθρωπο ὁπουδήποτε εἷς τὸν κόσμον καὶ αὐτὸ εἲναι ἐκεῖνό που θὰ σοῦ πεῖ. Θὰ ἐκθειάσει τὸν ἑαυτὸ τοῦ, θὰ μιλήσει καλὰ για τὸν ἑαυτὸ τοῦ. Θὰ πεῖ ὅτι δεν εἲναι τόσο ἀχρεῖος (φαῦλος, προστυχος) ὄσο θὰ μποροῦσε να ἤταν, καὶ ἐγὼ εἶμαι σιγουρος ὅτι αὐτὸ εἲναι ἀληθές. Πολλοὶ ἄνθρωποι ἔξω εἷς τὸν κόσμο θὰ συνιστοὺν εἷς αὐτόν, αὐτὸς δεν εἲναι τόσο κακὸς ὄσο ἐκεῖνος ὁ σύντροφος (ἄνθρωπος) ἐκεῖ πέρα, καὶ αὐτὸς δεν εἲναι τόσο ἀχρεῖος (φαῦλος, προστυχος) ὄσο ἔτσι κι ἔτσι καὶ μπορεῖ να θυμάται πότε αὐτὸς μποροῦσε να ἔχει πράξει κακὰ καὶ ἔπραξε καλύτερα.

Ἔτσι θὰ ἐκθειάσει τὸν ἑαυτὸ τοῦ, καὶ θὰ ἀμυνθεῖ τοῦ ἑαυτοῦ τοῦ, καὶ θὰ ἐλπίζει να σωθεῖ, ἐὰν ὑπάρχει τέτοιο πρᾶγμα σὰν σωτηρία, ἀπὸ τὴν ἀξία τοῦ, ἀρετὴ καὶ καλοσύνη.

Αὐτὸς θὰ εἲναι ὁ ὑπερασπιστὴς τοῦ ἑαυτοῦ τοῦ, ὁ αὐτοσωτήρ, ὁ συνήγορος τοῦ ἑαυτοῦ τοῦ καὶ ὁ αὐτομεσίτης. Αὐτὸς θὰ παίρνει τις εὐκαιρίες μόνος τοῦ. Αὐτὸς δεν χρειάζεται τὸν Ἰησοῦ καὶ Θρησκεία. Αὐτὸς κοιτάζει ἡμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς σὰν λαό που χρειάζεται δεκανίκι.

Λέγει: Δεν χρειάζομαι ἕνα δεκανίκι ὅταν περπάτω μέσα σ΄ αὐτὸν τὸν κόσμο. Καὶ ὅταν στέκομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ θὰ σταθῶ μὲ τὴν ἀξία μου χωρὶς καμμία βοήθεια. Αὐτὸς εἲναι ὁ δρόμος (τρόπος) τοῦ κόσμου.

Θὰ ἤταν θαυμάσιο ἐὰν ἐμεὶς μπορούσαμε να σωθοῦμε ἔτσι. Ὁ Παῦλος παραδέχεται ὅτι, «ἐὰν δυνάμεθα να σωθοῦμε μὲ τὸ νόμο, τότε ὁ Θεὸς δεν θὰ εἶχε να μας δώσει κάτι τὸ διαφορετικὸ για να μείνωμεν ἔξω ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν – διότι ἡ Ἁγία Γραφὴ ἐπιμένει ὅτι ὅλοι εἴμεθα φυλακισμένοι τῆς. Ἡ μόνη ὁδὸς εἲναι διὰ μέσου τῆς πίστεως εἲς τὸν Ἰησοῦ Χριστόν. Ἡ ὁδὸς τῆς ἀποδράσεως εἲναι ἀνοικτὴ σὲ ὅλους που πιστεύουν εἷς Αὐτόν». Γαλ. Γ:21 – 22 … 11.

Μὲ ἄλλα λόγια αὐτὸ εἲναι ἀδιανόητο, ὅτι ἐὰν ἔνας ἄνθρωπος μπορεῖ ἂν σωθεῖ μὲ τὸ να εἲναι ἀδιανόητο, ὅτι ὁ Χριστὸς ὀφεῖλε να ἔχει παραδώσει εἷς τὸν θάνατον, εἷς τὴν ἀγωνίαν, εἷς τὸ πάθος καὶ ἀποθνῄσκων ἀπὸ αὐτὴ τὴν τρομερὴ σταύρωσιν. Ἀλλὰ τὶ εἲναι τὸ Εὐαγγέλιον; Εἲναι αὐτό, ὅτι δεν ὑπάρχει ἄνθρωπός που μὲ τις δικὲς τοῦ ἀξίες (προσόντα, ἀρετὲς) να μπορεῖ να σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ πολὺ φαντασία αὐτῆς τῆς καρδίας εἲναι συνεχῶς μόνο κακία.

Τὸ σημεῖον ἑνὸς ἀνθρώπου ὧν ἔνας μακρὺς δρόμος ἀπὸ τὸν Θεό, εἲναι ἡ αὐτὸ – δικαίωσις τοῦ. Θὰ παρῶ τὴν εὐκαιρία μου (τὴν τύχη μου), θὰ σταθῶ μὲ τὴν ἀξία μου. Δεν χρειάζομαι Σωτηρά. Ἔνας ἄνθρωπός που βρίσκετε μακρυὰ ἀπ΄ τὸ Θεὸ εἲναι ἔτσι.

Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπός που πλησιάζει τὸ Θεὸ προοδευτικὼς βρίσκει τὸν ἑαυτὸ τοῦ στο προσωπὸ τοῦ, στα γόνατά του, κλαίων για βοήθεια, για εὐσπλαχνία (ἔλεος) για συγχωρήση. Διότι βλέπει τὸν ἑαυτὸ τοῦ σὲ ἔναν ἀληθινὸ φῶς, ἔνας ἁμαρτωλός που χρειάζεται τὸ Θεό.

Αὐτὸ εἲναι τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ νόμος ἀποκαλύπτων σὲ ἐμᾶς τὴν ἁμαρτία μας εἲναι ἕνα «Παιδαγωγός» που θὰ μας φέρει στον Ἰησοῦ. Διότι τὸ Εὐαγγέλιο εἲναι αὐτό: Δεν ἔχεις να πληρώσεις τίποτε γι΄ αὐτό. Ἔχει ἤδη πληρωθεῖ για σένα. Ὅλα αὐτά που χρειάζεσαι – ἢ ἐξιλέωσις, τὰ πάθη, ἢ πληρωμὴ για τὴν ἁμαρτία – ὅλα αὐτὰ ἔχουν γίνει για σένα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει κάνει τὴν σωτηρία δυνατὴ για μένα, καὶ τὸ μόνο που ἔχω να κανῶ εἲναι ἀκριβῶς να τὴν λάβω. Ἐγὼ ἀκριβῶς τὴν παίρνω. Δεν χρειάζεται κάτι ἀπὸ μένα για τὴν σωτηρία μου. Δεν εἲναι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ πιθανὸν τὰ δάκρυά μου. Δεν εἲναι τὰ καλὰ ἔργα τοῦ Κυρίου μου, ἡ ἀξία τοῦ Σωτηρά μου καὶ κάποια καλὰ ἔργα καὶ ἀξίες ἀπὸ ἔμενα ἐπίσης. Ὄχι. Ὅλα εἲναι ἀπὸ Αὐτόν. Αὐτὸς πλήρωσε για ὅλα, καὶ εἲς Αὐτὸν τὰ χρεωστῶ ὅλα. Καὶ τὶ χρειάζεται να κανῶ για να καταλάβω; Να τὰ πάρῳ.

Καὶ ἡ ἔκβασις τῆς σωτηρίας μου δεν εἲναι συμπατριωτισμὸς μὲ τὸν Ἰησοῦ σὰν να εἴμεθα ἴσοι (ὁμότιμοι). Ταὐτὸν Αὐτὸς ἔκανε κάτι καλὸ καὶ ἐγὼ ἔκανα κάτι καλό! ΟΧΙ! Τὶ εἲναι αὐτό, εἲναι ὅτι ὁ Κύριος μας τὸ ἔπραξε καθ΄ ὁλοκληρίαν, καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς ζῶ ἐν εὐγνωμοσύνῃ καὶ ἐν ἐπαίνῳ ἐνώπιον Αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς ζωῆς μου τώρα εἲναι να εὐχαριστῶ τὸν Ἰησοῦ. Εὐλογημένο τὸ ὄνομά Του. Τὶ δοξασμένη μέρα ὅταν Αὐτὸς καθάρισέ τις ἁμαρτίες μου.

Ἡ Χριστιανικὴ ζωὴ δεν εἲναι μόνο να ἐργάζεσαι να ἁρπάζεις, να προσπαθεὶς καὶ να ἐλπίζεις. Κύριε, μπορεῖ να εἶμαι ἀρκετὰ καλὰ ἐὰν σκαρφαλώνω αὐτὴ τὴν κλίμακα. Ἐὰν σκαρφαλώνω, σκαρφαλώνω, σκαρφαλώνω καὶ σκαρφαλώνω μπορεῖ, τελικώς, ἐγὼ θὰ βρῶ τὴν κορυφὴ να ἀκουμβῶ ἐναντίον τοῦ Οὐρανοῦ… ΟΧΙ! Ἀλλὰ ἡ Χριστιανικὴ ζωὴ εἲναι πάνω καὶ ἔθεσα τὸ ποδί μου ἐπάνω στην στερεὰ (συμπαγῆ) πέτρα Ἰησοῦς Χριστός, καὶ ἔβαλα ἕνα τραγούδι στην καρδία μου, ἕνα τραγούδι Προσευχῆς, Ἀλληλούϊα!

Σκοπὸς τοῦ νόμου εἲς τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴν τοῦ Παύλου εἲναι να μας ἀποκαλύψει τις ὑπερβολικὲς ἁμαρτίες, διότι ἔχουμε μία τάση να κοιτάζουμε τὴν ἁμαρτία σὰν ἕνα μικρὸν πταῖσμα ἢ ἕνα ἐλάττωμα (σφάλμα). Εἲναι ἀσυνεπές, εἴανι ἀσήμαντο, ἕνα τίποτα. Μὴν θυμᾶσαι τίποτα γι΄ αὐτό, ξεχασὲ τό. Αὐτὴ τίναι ἡ στάσις μας πρὸς τὴν ἁμαρτία!

Σκοπὸς τοῦ νόμου εἲναι να μας δείξει πόσο μαύρη, πόσο σκοτεινή, πόσο ἀποτρόπαιος (μυσαρὴ) εἲναι ἡ ἁμαρτία. Δεν ὑπάρχει κανείς που θὰ μποροῦσε να μας ἀπαλλάξει ἀπὸ ἕνα μικρὸ πταῖσμα. Ἀλλὰ ἐὰν ἡ ἁμαρτία εἲναι φοβερὴ καὶ ἐὰν ἡ κρίσῃ εἲναι τρομερή, τότε ὁ μόνος που θὰ ἠδύνατο να μας σώσει ἀπ΄ αὐτὸ εἲναι ὁ ἴδιος ὁ ‘θεὸς εἲς τὸ πρόσωπον τοῦ Υἱοῦ Τοῦ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτοὶ οἱ δύο πάντα πηγαίνουν μαζί, ἡ τραγωδία τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ δόξα ἑνὸς σωτῆρός που μποροῦσε να ἔπραξε μας ἀπελευθέρωσε ἀπ΄ αὐτό… ὅταν Αὐτὸς ἀπέθανε πάνω στο Σταυρό…

«Τὶ μπορεῖ να καθαρίσει τὴν ἁμαρτία μου; Τίποτα μόνο τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ». Αὐτὸς πλήρωσε τὴν τιμωρία. Αὐτὸς ἐξόφλησε τὸ χρέος, Αὐτὸς μας ἐλευθέρωσε. Ὅλα αὐτὰ εἲναι ἀπ΄ αὐτόν.

«Τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ὑμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενόμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ. (Β΄Κορ. Έ΄:21).

Ἄκουσε τὴν πρὸς Ῥωμαίους Γ΄: 26 – 28 ζῶσα Βίλλο: «ἐν τῇ ἀνοχῇ τοῦ Θεοῦ, πρὸς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοπὺ ἐν τῷ νυν καιρῷ, εἷς τὸ εἶν αἱ αὐτὸν δίκαιον καὶ δικαιούντα τὸν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ.

Ποῦ οὖν ἡ καύχησις; Ἐξεκλείσθη, διὰ ποῖον νόμου; Τῶν ἔργων; Οὐχί, ἀλλὰ διὰ νόμου πίστεως.

Λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιούσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου».