3. Ἡ Αἵρεσις τῆς Σωτηρίας__________(Π)

19 Ἰουλίου 1991
C. A. McCLAIN
Πεντηκοστιανὸς Πάστορ
Alberny Valley Times B.
Canada

Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Σήμερα μία μεγάλη αἵρεσις ποὺ διαρκῶς ἐπηρεάζει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ εἶναι αἵρεσις, Παῦλος τὴν πραγματεύεται μὲ τὴν ἐπιστολὴ του εἰς τοὺς Γαλάτας, ποὺ προσπαθεῖ νὰ προσθέσει κάτι εἰς τὴν πίστην διὰ τὴν σωτηρίαν μας μήπως καὶ Χάρις τοῦ Χριστοῦ, Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μόνο δέν εἶναι ἀρκετὰ νὰ μὰς σώσουν. αἵρεσις ὅτι ἄνθρωπος πρέπει νὰ πιστεύει εἰς τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προσθέτει κάτι ἄλλο εἰς τὸ σῴζων εὐαγγέλιον μὰς ἀκολουθεῖ καὶ προφανῶς θὰ μας ἀκολουθεῖ μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. αἵρεσις αὐτὴ ἐκφράζεται μὲ χιλίους τρόπους.

Ἐδῶ εἶναι ἓνας: « πίστη στὸ Χριστὸ δέν εἲναι ἀρκετή. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει να πιστεύει καὶ να βαπτίζεται». Τὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον τελειώνει εἷς τὸ δέκατον ἔκτο (16) κεφάλαιο καὶ εἲς τὸν ὄγδοον στίχο. Ἀρχίζων ἀπὸ τὸν ἔνατο (9) στίχο, κάποιος ἄγνωστος, κάποιος προσπάθησε να τὸ τελειώσει. Τὸ τέλος τοῦ κατὰ Μάρκου εὐαγγέλιο ἐχάθη… Ἀλλὰ ὅταν ὁ Ματθαῖος ἔγραψε τὸ εὐαγγέλιό Του, καὶ ὁ Λουκᾶς ἔγραψε τὸ εὐαγγέλιό Του, χρησιμοποίησαν τοῦ Μάρκου, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ κατὰ Μᾶρκον ἐχάθη ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ Ματθαῖος καὶ ὁ Λουκᾶς ἔγραφαν. Καὶ κάποιος ἄγνωστος συγγραφεὺς ἀργότερα, ἔγραψε ἐκεῖ αὐτὴ τὴν αἵρεσιν, «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται» (Μάρκ. ΙΣΤ΄: 16).

Τὸ Βάπτισμα δεν παίζει κανένα ῥόλο για τὴν σωτηρίαν μας. «Ὁ πιστεύσας καί…». Τότε μπορεὶς να προσθέσεις ὀτιδήποτε καὶ πολλοὶ πράττουν ἔτσι καθὼς τηροῦν τὸ δεῖπνον τοῦ Κυρίου, τὴν προσευχή, τὴν ἀναγνώση τῆς Βίβλου, να μετανοοῦν, να γονατίζουν καὶ ὀτιδήποτε ἄλλο. Ἀλλὰ τὸ Βάπτισμα δεν παίζει κανένα ῥόλο για τὴν σωτηρίαν μας.

Δεν ὑπάρχει τελετή, δεν ὑπάρχει ἱεροτελεστία που να προστεθεῖ εἷς τὴν πιστὴν τοῦ Χριστοῦ ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἲναι σωσμένος. Σῳζόμεθα ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ μόνον… Καὶ ὅταν προσθέτουμε σ΄ αὐτό, ἡ πρόθεσις εἲναι ὅτι εἲναι γνωστὸν σὰν Γαλατιανὴ αἵρεση. Ἡ πρόσθεσις τοῦ βαπτίσματος μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρίαν εἲναι ἀκριβῶς ἕνα παράδειγμα αὐτῆς τῆς αἱρέσεως.

Ἡ πρόσθεσις τοῦ δείπνου τοῦ Κυρίου εἲναι ἕνα ἄλλο. «Πίστεψε εἷς τὸν Κύριον Ἰησοῦ Χριστὸν καὶ τήρησε τὸν δεῖπνο τοῦ Κυρίου. Τήρησε τὴν Λειτουργία καὶ θὰ σωθείς».

Ή, πάλι, «πίστεψε εἷς τὸν Κύριον Ἰησοῦ Χριστόν, καὶ τήρησε τὸν ἠθικὸ νόμο καὶ θὰ σωθείς», η, «πιστεωε εἷς τὸν Κύριον Ἰησοῦ Χριστὸν καὶ τήρησε τὴν Κυριακὴ ὡς μέρα Σάββατον (ἀργίας) καὶ θὰ σωθείς».

Ἡ Γαλατιανὴ αἵρεσις ὑπάρχει παντοῦ εἷς τὸν κόσμο καὶ ἐπικρατεῖ καὶ κυριαρχεῖ σήμερα.

Ἀλλὰ τὶ εἲναι τὸ εὐαγγέλιο; Τὸ εὐαγγέλιο συμφώνως πρὸς τὴν Ἀποκαλύψῃ εἷς τὴν Καινὴ Διαθήκη, συμφώνως πρὸς τὸν Ἀποστολο Παῦλο, καὶ συμφώνως πρὸς τὸ κύρηγμα τῶν πρώτων μαθητῶν εἲναι πάντοτε ὡς ἑξῆς: Εἲναι ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Χριστὸς μόνον… Εἲναι ὄψις καὶ ζωντανός… Εἲναι πλύσις καὶ καθαρότης… Εἲναι πιστῆς καὶ θὰ εἶσαι σωσμένος καὶ αὐτὸ μόνο… Εἲναι ὄψις καὶ ζωντανός:

«Καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμω, οὕτως ὑψώθηναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἲς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνιον» (Ἰωάν. Γ΄: 14-15).

Εἲναι πλύσις καὶ θὰ εἶσαι σωσμένος, καὶ θὰ εἶσαι καθαρὸς καὶ λευκός: «Οὔτοι εἰσὶν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καὶ ἔπλυναν τάς στολὰς αὐτῶν καὶ ἐλεύκαναν αὐτὰς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου (Χριστοῦ)». (Ἀποκαλ. Ζ΄:14)

Πίστεψε καὶ θὰ σωθείς: «Κύριοι, τὶ μὲ δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον. Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦ Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σύ». (Πραξ. ΙΣΤ΄: 30 – 31)

Πάντοτε ἡ Σωτηρία μας εἲναι στο Χριστό… «Ὁ Δίκαιος θὰ ζήση ὑπὸ Πίστεως». «Καὶ αὐτὸς πίστευσε στο Θεὸ καὶ ἐμετρήθη εἷς αὐτὸν για τὴν ἐναρετότητα». Σῳζόμεθα ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ μόνο καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ σὺν κάτι ἄλλο. Τότε γιατὶ εἲναι αὐτό, ὅτι τὸ εὐαγγέλιο τῆς δικαιώσεως ὑπὸ ἔργων (δηλαδὴ σωτηρία ὑπὸ ἰδίων ἔργων, σωτηρία ὑπὸ ἰδίας δικαιοσύνης) ἐπιμένει τόσο ἕνα δόγμα διὰ μέσου τῶν αἰώνων; Ἐντούτοις κάποιος προσπαθεῖ να τὸ καταστρέψει, ἢ να πολεμήσει ἐναντίον τοῦ, αὐτὸ εἲναι Ὑδροκέφαλον. Αὐτὸ ἐγείρεται πάλι καὶ πάλι. Γιατὶ συμβαίνει αὐτό; Ἔνας λόγος εἲναι ὅτι αὐτὸ εἲναι προσωπικῶς ἐλκυστικό. Ἔχει μία ἔφεση σ΄ αὐτό. Ὑπηρετεῖ τὴν ὑπερηφάνει μας. Εἴμεθα ὅλοι θλιμμένοι μὲ μία ἀδυναμία ἡ ὁποία δεν φεύγει, ἡ ὁποία οὐδέποτε παραλείπει να εἲναι παροῦσα στον πεσμένο ἀνθρωπισμὸ μας, καὶ αὐτὴ ἡ ἀδυναμία εἲναι ὅτι μας ἀρέσει να σκεπτώμεθα καλὰ τοὺς ἑαυτοὺς μας. Τὸ να πείσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ὅτι ἡ καλοσύνη μας καὶ ἡ δικαιοσύνη μας καὶ ἡ ἀξία μας σώζουν ὑπηρετεῖ τὴν ὑπερηφάνεια μας καὶ τὸν ἐγωισμὸ μας.

Ἐπίμονος διὰ μέσον τῶν ἐτῶν εἲναι ἡ πεποίθησης σ΄ ἕνα μέρος τοῦ λαοῦ ὅτι, ἐὰν πράξω ἔτσι καὶ ἔτσι θὰ ἀξίζω ἔτσι καὶ ἔτσι. Λένε στον ἑαυτὸ τούς, ἐὰν τηρῶ αὐτὸ τὸ τελετουργικό, ἢ ἐὰν κανῶ αὐτὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν μετανοιῶν, ἢ ἐὰν τηρήσω αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἢ κανῶ αὐτὴ τὴν θυσία, ἐὰν ὑποφέρω αὐτὴ τὴν ζημία (λύπη), ἐὰν παραιτηθῶ αὐτῆς τῆς συνηθείας, ἐὰν σταθῶ στῇ γωνία τοῦ δρόμου μέσα στῇ βροχὴ καὶ στο νεροχιονο καὶ διανείμω ἕνα ἀριθμὸ φυλλαδίων, ἐὰν ταπεινώσω τὸ σῶμά μου ἢ θλίψω τὴν σάρκα μου ἢ καταδιώξω τὴν ψυχήν μου, τότε μ΄ αὐτὴ τὴν μαστιγώνει καὶ ταπεινώνει θὰ συστήσω τὸν ἑαυτό μου στον Θεό.

Ἀλλὰ ἡ Βίβλος λέγει: «ὄχι μὲ πράξεις δικαιοσύνης που κάναμε, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὴν εὐσπλαχνία Τοῦ (ἔλεος Τοῦ) μας ἔσωσε».

Τὸ δόγμα τῆς αὐτὸ – ἀξίας εἲναι ὁ κοινὸς παρονομαστῆς ὅλων τῶν ψευδοθρησκειῶν. Ἐντούτοις οἱ θρησκεῖες μπορεῖ να διαφέρουν σὲ χίλιες κατηγορίες, ἔχουν ὅμως ὄλες ἕνα κοινὸ προέχων χαρακτηριστικό: ὅτι σώζουνε κάπως (ὁπωσδήποτε) τοὺς ἑαυτοὺς μας μὲ τὸ να κάνουμε καλὲς πράξεις, μὲ τὸ να τηροῦμέ τις ἐντολές, μὲ τὸ να τηροὺμς τὰ τελετουργικά, μὲ τὸ να κάνουμε πράγματα καὶ ἔργα, αὐτὴ τὴν προσπάθεια ὑποθετικῶς που θὰ μας φέρει κοντὰ στο Θεό. Ἀλλὰ ὁ ὑμνογράφος θέτει τὸ εὐαγγέλιον τόσο ἄξια μὲ λίγες λέξεις ὅταν λέγει, «Δεν θὰ φέρω τίποτε στα χέριά μου, ἁπλῶς θὰ συνδεθῶ μὲ τὸν σταυρό σου».