2. Τὰ Μυστήρια (Ἱερὰ Μυστήρια)__________(O)

12 Ἰουλίου 1991
Νικόλαος Ε. Καλοδήμας
Ἕλλην Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς
Alberny Valley Times B.
Canada

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ (ΙΕΡΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ)

Ἡ Θεία Χάρις ἡ ὁποῖα ἀπορρέει ἀπὸ τὴν σταυρικὴν θυσίαν τοῦ Κυρίου εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐκκλησία εἶναι ὁ ταμίας τῆς «θείας χάριτος» καὶ τὴν ἀποδίδει (παραχωρεῖ) εἰς τοὺς πιστοὺς διὰ μέσου ποικίλων ἑορτασμῶν καὶ τελετῶν αἱ ὁποῖαι εἶναι θεοσύστατες. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τὰ ἀποκαλοῦμε «Μυστήρια».  

«Μυστήρια ἢ Ἱερὰ Μυστήρια εἰς τὴν εἰδικὴ τους ἔννοια, εἶναι αἱ ἱεραί τελεταί αἱ ὁποῖαι ἔχουν θεία προέλευση καὶ διὰ μέσου τῶν ὁποίων ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μεταδίδεται εἰς τὸν Ἂνθρωπον διὰ τὴν ἀναγέννησιν καὶ σωτηρίαν του. Ἡ Θεία Χάρις ἐπίσης μεταδίδεται μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ μὲ τὴν προσευχήν. 

 

Κατ΄ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὁ ἄνθρωπος φωτίζεται καὶ ἐνισχύεται εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς του. 

 

Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μία μερικὴ μόνο μετάδοσις τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ πληρότης τῆς Θείας Χάριτος δηλαδὴ ἡ πλήρης καὶ ὁλοκληρωμένη Χάρις μεταδίδεται μὲ τὰ Ἅγια Μυστήρια, χωρὶς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον γιὰ τὸν ἂνθρωπο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σωτηρία. Πολλοὶ ἄνθρωποι ἀποκαλοῦνται Χριστιανοὶ ἂν καὶ ἀρνοῦνται τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Ἂν καὶ ἡ λέξις «Μυστήριον» αὐτὴ καθεαυτὴν εἶναι Γραφική, αὐτὸ ἐρεθίζει πολλούς. Εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους δ΄ :1 ἐπιστολὴ διαβάζουμε: «Οὕτως ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ».

Πράγματι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἰς τὴν Α΄πρὸς Τιμόθεον γ΄:16 ἐπιστολὴν του γράφει: «καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον. Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ᾤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ».

Οἱ Διαμαρτυρόμενοι, ὅλοι σχεδὸν οἱ Διαμαρτυρόμενοι καὶ οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ ἀρνοῦνται τὴν ὓπαρξιν μυστηρίων.

Ἂς δοῦμε ὅμως τὶ διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή. Ἡ ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μυστηριακὴ (μυσταγωγική). Αὐτὸ δὲν συμπίπτει διόλου μὲ τὴν «ἱστορίαν» τῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μας δεικνύει τὰ ἐξωτερικὰ γεγονότα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἰδικῶς ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ζωὴν τοῦ κόσμου καὶ τὰ πάθη του.  

 

Ἡ ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ μυστηριακὴ συνεργασία τοῦ Χριστοῦ ὡς Κεφαλῆς, μὲ τὴν Ἐκκλησίαν ὡς σῶμα Του, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μὲ ὅλους τοὺς ἐννοουμένους ἀμοιβαίως ἐνισχύοντας δεσμούς: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν» διδάσκει ὁ Ἀπόστολος (Ἐφεσίους ε΄:32). Ὡς ἐκ τούτου ὅταν οἱ Ἀπόστολοι τοὺς ἀποκαλοῦν «ὑπηρέτας τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ», λέγοντας «οὕτως ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους, μυστηρίων Θεοῦ» (Α΄ Κορ. δ΄:1, ἑλληνιστί, οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ), ἔχουν ὑπόψιν των ποικίλες μορφὲς τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῆς ἐπιστασίας των, παραδείγματος χάριν: 

 

α) κήρυγμα, β) βάπτισμα σ΄ ἐκείνους ποὺ ἔχουν πιστεύσει, γ) ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὴν χειροτονίαν, δ) ἡ ἐνίσχυσης τῆς ἑνότητος τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστὸν μὲ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί ε) τὴν παραπέρα ἐμβάθυνση τῶν καρδιῶν τῶν πιστῶν στὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐμβάθυνση τῶν πιὸ τελείων ἀνάμεσα σ΄ αὐτοὺς εἰς τὴν «σοφίαν τοῦ Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ τὴν ἀποκεκρυμμένην» (Α΄ Κορ. β’: 6 – 7).

Ἔτσι ἡ δραστηριότης τῶν Ἀποστόλων ὕπηρξε πλήρης μυστηριακῶν στοιχείων («μυστηρίων»). Μεταξὺ αὐτῶν ἡ κεντρικὴ ἡ μεσουρανοῦσα θέσις κατήχετο ἀπὸ τάς «ἱερᾶς τελετουργίας».

Ὅθεν εἶναι ἐντελῶς φυσικὸν ὅτι εἰς τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας ἡ σειρὰ τῶν εἰδικῶν καὶ σπουδαιοτέρων στιγμῶν τῆς διδούσης χάριν λειτουργίας, ἡ σειρὰ τῶν ἱερῶν τελετουργιῶν, προοδευτικῶς ἀπέκτησαν ὑπερόχως τὸ ὄνομα «Μυστήρια.

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καὶ ἄμεσος μαθητὴς τῶν Ἀποστόλων, γράφει ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διακόνους ὅτι αὐτοὶ ὁμοίως εἶναι «ὑπηρέται τῶν μυστηρίων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Τραλλούς, παρ. 2). Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου ἀνατρέπουν τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν Διαμαρτυρομένων Ἱστορικῶν ὅτι εἶς τὴν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν ἡ ἰδέα τῶν «Μυστηρίων» ἢ «Ἱερῶν Μυστηρίων» ὑποθετικῶς οὐδέποτε ἐφαρμόστηκε εἰς τάς ἱερὰς τελετουργίας τῆς Ἐκκλησίας.

Αἱ ἱεραί τελετουργίαι καλουμένες «Μυστήρια» εἶναι, ὅπως ἐσυνηθίζετο, κορυφὲς σὲ μία μακρὰ ὀροσειρά, συνισταμένη ἀπὸ τὶς ἀπομένουσες τελετουργίες καὶ προσευχὲς τῶν θείων λειτουργιῶν.

Εἰς τὰ μυστήρια, αἱ προσευχαί συνενοῦνται μὲ τὰς εὐλογίας, σ΄ ἕνα σχῆμα ἢ σ΄ ἕνα ἄλλο, καὶ μὲ τὰς εἰδικάς πράξεις. Αἱ λέξεις τῆς εὐλογίας ποὺ ἐσυνοδεύοντο ἀπὸ ἐξωτερικάς ἱεράς πράξεις εἶναι, ὡς ἐσυνηθείζετο, πνευματικὰ ὀχήματα ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνισχύετο καὶ ἐδίνετο εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἦσαν εἰλικρινεῖς πιστοί).

Ἔτσι ἕνα Μυστήριο (Ἱερὸ Μυστήριο) εἶναι μία ἱερὰ πρᾶξις ἡ ὁποία, κάτω ἀπὸ μία ὀρατὴ ἄποψη, ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν ψυχὴ ἑνὸς πιστοῦ ἡ ἀόρατος χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ διότι ὁ ἄνθρωπος συνίσταται ἀπὸ δύο στοιχεῖα, πνεῦμα καὶ ὕλη, ἡ ψυχὴ ἡ ὁποία εἶναι ἀόρατος καὶ τὸ σῶμα εἶναι ὀρατό, ἔτσι ἐπίσης καὶ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια ἔχουν ὁρατὰ καὶ ἀόρατα στοιχεῖα.  

 

Τὸ ἀόρατον στοιχεῖον εἶναι ἡ Θεία Χάρις καὶ τὸ ὀρατὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀντιλαμβάνετε (βλέπει) κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου δηλαδὴ ὕδωρ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Βαπτίσματος, τὸ νερὸ καὶ ἡ τριπλῆ ἐμβύθισις, τὸ ἔλαιον καὶ τὸ χρῖσμα μὲ τὸ ἅγιον ἔλαιον εἰς τὸ Ἅγιον Μυστήριον τοῦ Εὐχελαίου, ἡ προσευχὴ τῆς ἀφέσεως ἁμαρτιῶν εἰς τὴν Ἐξομολογήση κλπ.

Ἔτσι πίσω ἀπὸ τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ αἰσθητὰ κρύπτονται τὰ ἀόρατα καὶ ὑπεραισθητά, θεία καὶ πνευματικά, ἡ ἴδια ἡ χάρις ἡ ὁποία ἁγιάζει, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ ὁποῖο φωτίζει, σῴζει καὶ ἀναγεννᾷ. Τοιουτοτρόπως τὸ ὀρατὸ καὶ αἰσθητὸ γίνονται δίαυλοι θείας δυνάμεως καὶ χάριτος. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει τὸ ἴδιο πρᾶγμα:

«Ἀποκαλεῖτε Μυστήριον διότι ἐμεῖς πιστεύομεν ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλέπομεν, διότι βλέπομεν ἕνα πρᾶγμα καὶ πιστεύομεν ἓν΄ ἄλλο».

Κάθε μυστήριο ἔχει κατ΄ εὐθεῖαν προέλευση ἀπὸ τὸ Χριστό. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀρχικὸ μυστήριο (Ἰωάν. Ἃ΄1 – 18), καὶ ὁ ἀληθινὸς ἱερουργὸς (ἱεροτελεστὴς) ὅλων τῶν Μυστηρίων.

Εἰς τὰ περισσότερα μυστήρια ἡ Ἐκκλησία παίρνει ὑλικὰ πράγματα – ὕδωρ, ἄρτον, οἶνον, ἔλαιον, - καὶ τὰ κάνει ὀχήματα τοῦ Πνεύματος.

Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσην τὰ ἅγια μυστήρια, ἐπανέρχονται εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν, ὅταν ὁ Χριστὸς ἔλαβε ὑλικὴν σάρκαν καὶ τὴν ἔκανε ὄχημα τοῦ πνεύματος.

Ἡ ὀνομασία «Μυστήριον» ἰδρύθηκε στὴν Ἐκκλησία ὡς ἀναφερομένη εἰς ἑπτὰ τελετουργίες.

Ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολική, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀναγνωρίζει ἑπτὰ Μυστήρια (Ἱερὰ Μυστήρια):

1. Τὸ Βάπτισμα (Ματθ. ΚΗ΄: 19 – 20)
2. Τὸ Χρῖσμα (Πραξ. Η΄: 14- 17, ΙΘ΄:2 – 7)
3. Ἡ Θεία Εὐχαριστία (Ματθ. ΚΣΤ΄:26 – 28, Μαρκ. ΙΔ΄: 19 – 20, Λουκᾶ ΚΒ΄: 19 – 26, Ἃ΄ Κορινθ. ΙΑ΄: 13 – 25)
4. Ἡ Ἐξομολογήσῃ (Μετάνοια) (Ἰωάν. Κ΄: 21 – 23, Ματθ. ΙΣΤ΄: 19 καὶ ΙΗ΄: 17 – 18)
5. Ἡ Ἱεροσύνη (Ἃ΄Τιμοθ. Δ΄: 14, Β΄Τιμοθ. ¶΄: 16)
6. Ὁ Γάμος (Ἐφεσ. Έ΄: 22- 23, Ἃ΄ Κορινθ. Ζ΄: 14 καὶ Ζ΄:39)
7. Τὸ Εὐχέλαιον (Ἰακώβου Ἑ΄: 13 – 15, Μάρκου ΣΤ΄: 13)

Ἡ δύναμη (ἀρετὴ) εἰς κάθε ἕνα ἀπ΄ αὐτὰ τὰ Μυστήρια εἶναι:

1. Εἰς τὸ Βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος μυστηριωδῶς γεννᾶται σὲ μία πνευματικὴ ζωή.
2. Εἰς τὸ χρῖσμα λαμβάνει μία χάρι γιὰ πνευματικὴ ἀνάπτυξη καὶ ἐνδυνάμωση.
3. Εἰς τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν λαμβάνει πνευματικὴ τροφὴ
4. Εἰς τὴν Μετάνοιαν θεραπεύει τάς πνεύματας νόσους, δηλαδὴ τὴν ἁμαρτίαν.
5. Εἰς τὴν Ἱεροσύνην λαμβάνει χάριν πνευματικῶς νὰ ἀναγεννᾷ, θρέφει καὶ ἀνατρέφει ἄλλους μὲ τὰ δόγματα (πίστην) καὶ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια.
6. Εἰς τὸν Γάμον λαμβάνει χάριν ἁγιασμοῦ τοῦ ἐγγάμου βίου, καὶ τὴν φυσικὴν γέννησιν καὶ ἀρετὴν τῶν τέκνων.
7. Εἰς τὸ Εὐχέλαιον ὁ ἄνθρωπος ἔχει φάρμακον (τὸ ἔλαιον) ἀκόμη καὶ διὰ σωματικὰς νόσους καὶ θεραπεύεται καὶ διὰ πνευματικὰς τοιαῦτας. Δηλαδὴ θεραπεύεται ἀπὸ νόσους τοῦ σώματος διὰ μέσου τῆς θεραπείας τῶν πνευματικῶν νόσων.

Τώρα προχωροῦμε νὰ ἐξετάσουμε τὸ Μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος. 

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ (ΙΕΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ) ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ

Εἰς τὴν πρώτην θέσιν εἰς τὴν σειρὰν τῶν Μυστηρίων τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἵσταται τὸ Μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος. Χρησιμεύει σὰν θύρα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Βασίλειον τῆς χάριτος ἢ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ παραχωρεῖ προσχώρησιν (εἴσοδον) εἰς συμμετοχὴ εἰς τὰ ἄλλα Μυστήρια.

Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν σήμερον, ὅπως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν πρώτων αἰώνων, τὰ τρία μυστήρια τῆς Χριστιανικῆς μυήσεως – Βάπτισμα, Χρῖσμα, πρώτη Κοινωνία (μετάληψις) – εἶναι στενὰ συνδεδεμένα. Ἓνας ὀρθόδοξος ποὺ καθίσταται μέλος τοῦ Χριστοῦ, εἰσέρχεται μονομιᾶς, σὲ πλήρη προνόμια, σὰν ἕνα τέτοιο μέλος. Τὰ ὀρθόδοξα παιδιὰ δὲν βαπτίζονται μόνο στὴν νηπιότητα, ἀλλὰ χρίζονται στὴν νηπιότητα καὶ τοὺς δίδεται θεία κοινωνία στὴν νηπιότητα. «Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρὸς μέ, τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεῖα τῶν οὐρανῶν». (Ματθ. ΙΘ’ : 14).

Ἀκόμη καὶ πρὶν τῆς ἱδρύσεως τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς τὴν συνομιλίαν του μὲ τὸν Νικόδημον ἔδειξε τὴν ἀπόλυτον ἀναγκαιότητά του γιὰ σωτηρία: «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω σοί, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. Γ’ :3).

Ὅταν ὁ Νικόδημος ἐξέφρασε τὴν ἀμηχανία του, «πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὧν; Μὴ δύναται εἷς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι;» (Ἰωάν. Γ΄:4)

Ὁ Σωτὴρ ἀπήντησε ὅτι ὁ νεογεννηθείς μπορεῖ νὰ τελειωθεῖ (σωθεῖ) ἀπὸ νερὸ καὶ Πνεῦμα:

«Ἀμήν, ἀμὴν λέγω σοί, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι». (Ἰωάν. Γ΄: 5-6)

Ἡ ἵδρυσις τοῦ, Χάριν διδόντος, Μυστηρίου συνέβη μετὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ. Ἔχοντας ἐμφανισθεῖ εἰς τοὺς μαθητὰς Του, ὁ Κύριος τοὺς εἶπε ὅτι ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν πατέρα Του ὅλη τὴν ἐξουσία εἰς τὸν Οὐρανὸ καὶ τὴν γῆν, καὶ συνέχισε:

«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμήν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ΄ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». (Ματθ. ΚΗ΄: 19-20)

Καὶ εἰς αὐτὸ προσέθεσε:

«Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται». (Μαρκ. ΙΣΤ΄: 16)

Τὸ Ἅγιον Βάπτισμα εἶναι Θεοσύστατον, ὅπως καὶ ὅλα τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, ἀπὸ τὸν ἐνσαρκωθέντα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν. Τὸ συνέστησε μὲ «λόγον καὶ ἔργον», μὲ ἔργον ὅταν ὁ Ἴδιος, ἂν καὶ ἀναμάρτητος, βαπτίσθηκε εἰς τὸν Ἰορδάνη, διὰ τούτου συντρίβων τάς κεφαλὰς τῶν δράκων, δηλαδὴ τῶν δαιμόνων ποὺ κατοικοῦσαν εἰς τὸ ὕδωρ καὶ καθαγιάζων τὴν φύσιν τοῦ ὕδατος:

«Βαπτισθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος». (Ματθ Γ΄: 16)

«Ὁ Ἰησοῦς… ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην καὶ εὐθέως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τυς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ΄ αὐτὸν» (Μαρκ. ¶΄: 9-10)

Ἔτσι μας ἔδειξε τὸν τύπο καὶ τὴν ἀναγκαιότητα, γιὰ μας τοὺς ἁμαρτωλούς, τοῦ βαπτίσματος.

Μὲ λόγον ἐπίσης, κυρίως ὅταν πρόσταξε τοὺς μαθητὰς Του καὶ Ἀποστόλους μετὰ τὴν Ἀνάστασίν του (Ματθ. ΚΗ΄: 19-20 καὶ Μαρκ. ΙΣΤ΄: 15-16).

Τὴν ἡμέραν τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπάνω εἰς τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν μετὰ τὴν ὁμιλία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου οἱ ἀκροαταὶ τὸν ῥώτησαν τὶ ἔπρεπε νὰ κάνουν, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τοὺς εἶπε:

«Μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». (Πραξ. Β΄: 37 – 38)

Εἰς τὸ ἴδιον βιβλίον τῶν Πράξεων ἔχουν ἀναφερθεῖ ἀρκετὰ παραδείγματα Βαπτίσματος ἐκτελεσθέντα ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐβάπτισε τὸν Κορνήλιον (κεφ. 16), ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐβάπτισε τὴν Λυδία καὶ τοὺς οἰκείους της (κεφ. 16), τόσον καλὰ ὅσον ὁ φύλαξ τῆς φυλακῆς μὲ ὅλους τοὺς οἰκείους του.

Ἐπίσης ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει:

«Ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανά οἶκον» (Α΄ΚΟΡΙΝΘ. ¶΄: 16)

Καθὼς ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας δηλεῖ:

«Τὸ Ἅγιον Βάπτισμα μετεδόθει σὲ μας ὑπὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ λόγο καὶ ἔργο. Μὲ ἔργο ἐλήφθη τὸ Βάπτισμα ἀπὸ τὸν Ἰωάννη εἰς τὸν Ἰορδάνη. Μὲ λόγο  ἐπιφορτίζων  τοὺς μαθητὰς Του «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ Ἔθνη, βαπτίζοντας αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. ΚΗ΄: 19).

Μὲ τὸ βάπτισμα Του ἂνοιξε τὴν θύραν γιὰ τὴν βάπτισήν μας. Ὁ Κύριος μας τὸ ἵδρυσε. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι τὸ ἐπέβαλλον καὶ τὸ μετέδωσαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑποστήριξε καὶ τὸ ὑποστήριξε καθὼς τὸ παρέλαβε. Τὰ ἀκολούθως παρατιθέμενα ἐδάφια τῆς Ἁγίας Γραφῆς μας δίδουν τὸ νόημα τοῦ Μυστηρίου.

«Ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι». (Ἐφεσ. Έ΄: 25 – 26).

«Ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν». (Ἃ΄ Κορινθ. ΣΤ΄:11)

«Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητῃ ζωῆς περιπατήσωμεν». (Ρωμ. ΣΤ΄: 4)

Τὸ βάπτισμα καλεῖτε «λουτρὸν παλιγγενεσίας» (Τίτον Γ΄: 5).

Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποκειμενικὴν πλευρὰν – ἡ κατάστασις τῆς ψυχῆς τοῦ προσώπου ποὺ βαπτίζεται – δεικνύεται ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖ τὸ Βάπτισμα ἐπερώτημα (θερμὴν αἴτησιν) γιὰ ἀγαθὴν συνείδησιν πρὸς τὸν Θεόν». (Α΄Πέτρου Γ΄: 21).

Μὲ τὸ Βάπτισμα ταυτοχρόνως ὁ βαπτιζομένος ἐνώνεται μὲ τὴν Ἐκκλησίαν.

Τὸ Βάπτισμα διενεργείται ὡς ἑξῆς. Ὁ ὑποψήφιος γιὰ βάπτισμα ἀφοῦ ἔχει κατηχηθεῖ καὶ ἔχει ὁμολογήσει τὴν ἀληθινὴν πίστιν καὶ ἀφοῦ ἔχει χρισθεῖ μὲ λάδι τὸ ὁποῖον ἔχει εὐλογηθεῖ, τότε βαπτίζεται δηλαδὴ τρεῖς φορὲς ἐμβυθίζεται εἰς τὸ ἁγιασμένο ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὅπως ἀκριβῶς μας ἐδίδαξε ὁ Κύριός μας. (Ματθ. ΚΗ΄: 19)

Ἡ σύγκρισις τοῦ Βαπτίσματος μὲ τὸν καθαρισμὸν ὑπὸ ὕδατος μὲ τὸν τάφον καὶ μὲ τέτοια πράγματα δεικνύει ὅτι τὸ Μυστήριο αὐτὸ πρέπει να διενεργείται μὲ ἐμβύθιση. Ἡ Ἑλληνικὴ λέξις «βαπτίζω» σημαίνει «ἐμβυθίζω».

Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τοῦ Φιλίππου, διαβάζουμε εἰς τὸ βιβλίον τῶν Πράξεων:

«Κατέβησαν ἀμφότεροι εἰς τὸ ὕδωρ, ὅ τε Φίλιππος καὶ ὁ εὐνοῦχος, καὶ ἐβάπτισεν αὐτόν, ὅτε δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ὕδατος, Πνεῦμα Κυρίου ἥρπασε τὸν Φίλιππον». (Πράξεις Η΄: 38 – 39).

Σ΄ αὐτὸ τὸ σημεῖο πρέπει να ἐπισημάνουμε ὅτι οἱ Λατῖνοι (Παπικοὶ) καὶ ἡ Διαμαρτυρόμενοι δὲν βαπτίζουν νήπια, τὰ ῥαντίζουν μὲ ὕδωρ. Αὐτὸ τὸ ἀποκαλοῦν βάπτισμα. Ἄλλοι ἀναφέρονται σ΄ αὐτὸ σὰν μία διατάξη (θεσμὸ) καὶ ὄχι σὰν ἕνα μυστήριο τῆς ἐκκλησίας. Βάπτισμα, ἐν τούτοις, δὲν σημαίνει ῥαντίζω. Σημαίνει ἐμβύθισιν εἰς τὸ ὕδωρ. Αὐτός ποὺ βαπτίζεται πρέπει να ἐμβυθίζεται ἐντελῶς εἰς τὸ ὕδωρ τῆς Κολυμβήθρας, ἀπὸ τὸ κεφάλι ἕως τὰ πόδια.  

 

Ἡ τριπλῆ ἐμβύθισις εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο μέρος τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Σ΄ αὐτὸ τὸ σημεῖο τότε ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἔχουμε μεγάλη διαφορὰ μὲ τοὺς Παπικούς, τοὺς Διαμαρτυρόμενους, τοὺς Μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβά, καὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ συνιστᾲ νεωτερισμὸν ὁ ὁποῖος μας χωρίζει διότι ὁ Κύριος μας μᾶς ἒδωσε ἐντολὴν νὰ βαπτιζόμεθα καὶ ὄχι νὰ ῥαντιζόμεθα. Δὲν εἶναι αὐτὸ μία ἀπόδειξις ὅτι αὐτοὶ ἔχουν ἐκτραπεῖ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς;

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στην Ἃ΄ Τιμοθ. ΣΤ΄: 3-5.

«Εἲ τις ἐτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ κατ΄ εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀποστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν, ἀφίστατο ἀπὸ τὸν τοιούτων».

Ἡ ἐμβύθισις εἰς τὸ ὕδωρ γίνεται τρεῖς φορὲς παραλλήλως μὲ τὴν ἐκφώνησιν, τῶν λέξεων:

«Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (ὄνομα) εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολήν ποὺ ἔδωσαν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ματθ. ΚΗ΄: 19).

Ἔτσι ἐτελεῖτο τὸ βάπτισμα εἰς τὴν ἀρχαῖαν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα ἤδη τὸ ἀναφέρει καὶ ὁ Τερτυλλιανὸς εὐθέως δεικνύει ὅτι «ὁ τρόπος τοῦ βαπτίσματος ἔχει περιγραφεῖ», δεικνύων τάς λέξεις τοῦ Κυρίου ἀφορώσας τὸ βάπτισμα. Ὁ Τερτυλλιανὸς ἐπίσης μαρτυρεῖ τὴν τριπλῆν ἐμβύθισιν καὶ ὁμοίως δεικνύει μία λεπτομέρεια: ὅτι ὁποῖος βαπτίζεται ἐρωτᾶται νὰ ἀποκηρύξει τὸν σατανᾶ καὶ τοὺς ἀγγέλους του, καὶ τότε νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστιν.

Σὲ κάποια ἐδάφια τῶν Ἱερῶν Γραφῶν ἀναφέρετε ἕνα βάπτισμα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ. (Πραξ. Γ΄: 38, Η΄: 16, Ι’:48). Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν ἀρχαίων Πατέρων, ἡ ἔκφρασις «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» σημαίνει «συμφωνῶ» πρὸς τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν παράδοσιν τοῦ Χριστοῦ», ἢ σὰν μία μαρτυρία τῆς πίστεως ἑνὸς πιστοῦ εἰς Χριστόν. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν δὲν ὑπάρχει ἄρνησις τοῦ γεγονότος τοῦ βαπτίσματος «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», καθὼς αὐτὸ φαίνεται σὲ κάποιους ἱστορικοὺς τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ ὁποῖοι εἰναι τῆς ὀρθολογικῆς σχολῆς.

Εἶναι ἐντελῶς φυσικὸ ὅτι ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς, καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπίσης (Ρωμ. ΣΤ΄: 3), Γαλατ. Γ΄: 27, Ἰ Κορ. ¶΄: 13), ὅταν ὁμιλοῦν γιὰ βάπτισμα «ἐν Χριστῷ» ἔχουν κατανοῦν νὰ διακρίνουν αὐτὸ τὸ βάπτισμα ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἢ ὀτιδήποτε ὃμοιο μὲ αὐτό, ὅπως «τὸ βάπτισμα στὸ χριστιανισμό». Ἔτσι ἀκόμη τώρα ψάλλετε στὸ Βάπτισμα, «ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε». (Γαλατ. Γ΄: 27)

Ὅπως βλέπουμε  ἀπὸ τὶς ὡς ἄνω παρατιθέμενες ἐκθέσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁμοίως ἀπὸ τὴν ὅλη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Βάπτισμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα σύμβολο καθαρισμοῦ καὶ ἀποκαθάρσεως τῆς ἁμαρτίας (τοῦ μιάσματος) τῆς ψυχῆς ἀλλὰ αὐτὸ καθ΄ ἑαυτὸ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ πηγὴ τῶν Θείων δώρων τὰ ὁποῖα καθαρίζουν καὶ ἐκμηδενίζουν ὅλα τὰ πλήρη ἁμαρτιῶν μιάσματα καὶ κοινωνοῦν μία νέα ζωή.  

 

Ὄλες οἱ ἁμαρτίες συγχωροῦνται, ἀμφότεραι, ἡ ἀρχικὴ ἁμαρτία (προπατορικὸ ἁμάρτημα) καὶ οἱ προσωπικὲς ἁμαρτίες, ὁ δρόμος εἶναι ἀνοικτὸς γιὰ μία νέα ζωή, ἀνοικτὴ εἶναι ἡ πιθανότητα νὰ ληφθοῦν τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ περαιτέρω πνευματικὴ ἀνάπτυξις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν βούλησιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἀφ΄ ὅτου ὁ πειρασμὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ βρεῖ συμπάθεια εἰς τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς πρώτης πτώσεως του εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἔχει μία ῥοπὴ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἠθικὴ τελείωσις δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθεῖ χωρὶς μάχη (προσπάθεια). Ἓνας ἄνθρωπος βρίσκει βοήθεια γι΄ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴν μάχην εἰς τὴν ὁλοκληρωτικῶς δίδουσαν χάριν, ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας.