Τὰ παθήματα τῆς φωνῆς καὶ ἡ ὁμηρία τῆς γλώσσας.


 
Τὰ παθήματα τῆς φωνῆς καί ἡ ὁμηρία τῆς γλώσσας                   
Τοῦ Τηλέμαχου Μαράτου.
 Κατὰ τὴν τηλεφωνικὴ παραγγελία πίτσας ἡ αὐτόματος τηλεφωνήτρια (Πίτσα καὶ ἡ ἴδια πιθανῶς - ἀπὸ τὸ Πηνελόπη, Καλλιόπη κ.ἅ.), μὲ πληροφόρησε ὅτι εἶμαι: «σὲ γραμμὴ προτεραιότητα» (sic). Αὐτὸ τὸ ἔναυσμα πυροδότησε τὴν ὀργὴ καὶ τὴν θλίψη μου. Πολλὰ ἔχουν γραφτεῖ ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κατήφορος εἶναι συνεχῆς. Θυμήθηκα κείμενό μου ποὺ (πρὸς μεγάλη μου ἔκπληξη) δημοσιεύτηκε στὸ λόγιο περιοδικὸ «Διαβάζω», πρὸ εἰκοσαετίας.
Τὸ κείμενο αὐτὸ -ὡς κείμενο- λέει πολλά, πέραν τοῦ περιεχομένου. Τὸ εἶχα στείλει σὲ μορφὴ χειρογράφου καὶ προφανῶς ὅποιος τὸ πληκτρολόγησε δὲν κατόρθωσε νὰ ἀποκρυπτογραφήσει τὴν καλλιγραφία μου, καὶ ἔτσι ἕνα κείμενο γιὰ τὰ λάθη τῆς γλώσσας τυπώθηκε ... γεμάτο λάθη. Ἐπὶ παραδείγματι «ἡ εἰρωνεία τοῦ Σωκράτη» βγῆκε ὡς «ἡ ἑρμηνεία τοῦ Σωκράτη», καὶ ἄλλα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ τὸ παραθέτω ἀναθεωρημένο καὶ ἀγνώριστο.
Οἱ κακοῦργοι ἀπαγωγεῖς τῆς Γλώσσας ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ θεϊκοῦ Ὀκτάβιου Αὐγούστου ἄρχισε μία μεγάλη ἀντιπαράθεση γιὰ τὴν σωστὴ Ἑλληνικὴ γλώσσα. Ἡ ἀντιπαράθεση αὐτὴ ἐξελίχθηκε νὰ λέγεται «γλωσσικὸ ζήτημα». Ἦταν ἕνας πόλεμος ποὺ ἡ ἔκβασή του κρίθηκε μόλις τὰ τελευταῖα χρόνια. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Αὔγουστος - ὅπως ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι πατρίκιοι - ἦταν ἀπὸ πολιτισμικὴς πλευρᾶς - «Ἕλλην». Ἡ διαμάχη του μὲ τὸ ζεῦγος Μάρκου Ἀντωνίου - Κλεοπάτρας ἦταν (σὲ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο) μάχη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀνατολῆς, ὅπου Ἕλλην ἦταν ὁ Αὔγουστος.
Ἡ μεγάλη μηχανὴ προπαγάνδας τοῦ Αὐγούστου (Ἰουβενάλης κ.ἄ.) παρουσίαζε τὸ ζεῦγος ὡς διεφθαρμένο ἀπὸ τὴν χλιδὴ καὶ ἀκολασία τῆς Ἀνατολῆς μέσα στὴν μέθη καὶ τὴν παραλυσία. Ὡς γνωστὸ - κυρίως ὅπως πληροφορηθήκαμε ἀπὸ τὶς ταινίες τοῦ Χόλυγουντ - ὁ Αὔγουστος νίκησε. Δὲν εἶναι ἐξίσου γνωστὸ ὅτι μετὰ τὴν νίκη του ἵδρυσε σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο ρητορικὲς σχολὲς στὰ «Μουσεῖα» (δηλαδὴ Πανεπιστήμια) ὅπου ἐδιδάσκετο ἡ κλασσικὴ Ἀττικὴ Ἑλληνικὴ καὶ ἐπεβλήθη τῆς «Κοινῆς». Ὡς αὐθεντικὸ ἀνεγνωρίζετο μόνον ὅτι εἶχε ρίζες στὰ ἑλληνικὰ κλασσικὰ κείμενα. Ἡ «κοινή» ἦταν μία ἀπλοποιημένη, χρηστική, παραλλαγὴ τῆς Κλασικῆς Ἀττικῆς, «Bon pour l’ orient». Αὐτὴ ἦταν ἡ νίκη τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ σημερινὴ παράδοση τῆς Ἑλληνικῆς στοὺς ἐχθρούς της ποὺ τὴν μισοῦν καὶ τὴν καταστρέφουν εἶναι ἡ ἧττα της. Ποιοὶ εἶναι οἱ ἐχθροί της; Πολλοί, ἀλλὰ ὑπάρχουν μερικὰ κοινὰ σημεῖα. Μετὰ βεβαιότητας μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι πίσω ἀπὸ τὴν ἀπέχθεια πρὸς τὴν λογία γλώσσα τῶν μορφωμένων βρίσκεται ἡ ἀριστερή λαϊκίστικη «ἰδεολογία». Ὁ λόγιος μορφωμένος εἶναι, ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀνώτερος τοῦ ἀγράμματου, ἄρα ὑπάρχει ἀνισότητα, ἀπαράδεκτη.
Τὸ καλύτερο εἶναι (γιὰ τοὺς ἰδίους) μισητὸ ὡς ἀνώτερο, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀπέχθεια πρὸς τὴν βαθμολογία, τὴν ἀξιολόγηση κ.τ.λ. Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε γιατί εἶναι πλέον πασίγνωστη ἡ πάγια θέση τῆς ἀριστερᾶς νὰ κατεβάζει τὸ ἐπίπεδο, σὲ ὅλα, ὥστε ἡ ἰσότητα νὰ εἶναι ἐφικτή. Αὐτὸ γίνεται μέσω τῆς ἀπλοποιήσεως. Κλασικὸ παράδειγμα ὁ κομμουνιστὴς Δ. Γληνὸς ποὺ ὑποστήριζε τὴν φωνητικὴ γραφὴ καὶ μάλιστα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες.
Τὴν ἀπόλυτη καταστροφὴ τῆς ἑλληνικῆς δηλαδή. Εἶχε ὅμως καὶ ἄλλα σχέδια. Ἦταν ἐκ τῶν συντακτῶν τῶν προγραφών του ΚΚΕ γιὰ τὴν δολοφονία χιλιάδων ἀστῶν, προυχόντων καὶ διακεκριμένων μελῶν τῆς κοινωνίας - θέσει «ἀντιδραστικῶν». (Μεταξὺ αὐτῶν ὅλη ἡ οἰκογένειά μου). Δὲν εἶναι ὅμως μόνον οἱ ἀριστεροὶ ἐχθροὶ τῆς λόγιας γλώσσας. Εἶναι καὶ μία ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ γιὰ διαφορετικοὺς λόγους πιστεύουν ὅτι τοὺς ἔχει ἀνατεθεῖ μία ἱερὴ «ἀποστολή» ἀναμορφώσεως τῆς γλώσσας, ὅτι δηλαδὴ τοὺς παρεδόθη γιὰ νὰ τὴν συγυρίσουν, ἐκσυγχρονίσουν καὶ διορθώσουν.
Ἐπὶ πλέον πιστεύουν ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλουν τὶς ἀπόψεις τους περὶ ὀρθογραφίας, γραμματικῆς κ.τ.λ. διὰ τοῦ κράτους καὶ τῆς βίας. Συχνότατα εἶναι καὶ ἀριστεροί. Σχεδὸν πάντοτε αὐτάρεσκοι, ἀλαζόνες, πίσω ἀπὸ μία ὑποκριτικὴ σεμνότητα. Δὲν δικαιοῦνται ὅμως νὰ ἔχουν δογματικὲς καὶ καθοριστικὲς ἀπόψεις γιὰ κάτι ποὺ εἶναι κτῆμα ὅλων ἀλλὰ καὶ δημιούργημα ὅλων χιλιάδες χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἐφεύρεση τῆς γραφῆς. Ἔτσι ἀρνοῦμαι τὴν δουλικὴ ὑποταγὴ σὲ ὅποια «γραμματική», «συντακτικό» ἢ «λεξικό». (Π.χ. «ἔτσι εἶναι ἐπειδὴ ἔτσι τὸ ἔγραψε ὁ Α ἢ ὁ Β στὴν Γραμματική του, ἢ ὁ Β ἢ ὁ Γ στὸ Λεξικό του) δὲν παραγνωρίζω τὴν ἀξία αὐτῶν τῶν βιβλίων ὡς ντοκουμέντων καταγραφῆς ἀντιλήψεων, τάσεων καὶ πρακτικὴς τῆς ἐποχῆς τους.
Ἐμεῖς, ἐσεῖς καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁμιλοῦντες τὴν γλώσσα θὰ εἴμαστε πάντοτε ἡ πηγή της ἡ αὐθεντική. Τὸ μέτρο τῆς πιστότητας καὶ τῆς ἀλήθειας κάθε γραμματικῆς εἶναι τὸ πόσο πλησιάζει τὸ κοινολογούμενο. Εἶναι δὲ καταδικασμένος ὁ γραπτὸς λόγος, ἓξ ἀρχῆς - σὰν τὸν Σίσυφο - νὰ προσπαθεῖ νὰ πλησιάσει ἀλλὰ νὰ μὴν μπορέσει ποτὲ νὰ φθάσει τὴν πηγαία γλώσσα. Χρήσιμο θὰ ἦταν ἴσως νὰ ἐξηγήσω γιατί νομίζω πὼς ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Πολλοὶ ἄνθρωποι σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι ἐγγράμματοι ἄλλοι ὀλιγογράμματοι καὶ ἄλλοι ἐντελῶς ἀγράμματοι. Ὅλοι ὅμως ἀνεξαιρέτως μαθαίνουν νὰ μιλᾶνε πρὶν νὰ μάθουν νὰ γράφουν. Ὅταν πᾶνε στὸ σχολεῖο δὲν μαθαίνουν νὰ λένε «πῖ-πῖ τὸ παπί», ἀλλὰ πὼς γράφεται. Ὅπως γιὰ κάθε ἄνθρωπο χωριστά, ἔτσι καὶ γιὰ τὰ ἔθνη καὶ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων στὸ σύνολό του.
Ἡ Ἰλιάδα καὶ ἡ Ὀδύσσεια - τὰ θεμέλια τῆς δυτικῆς λογοτεχνίας - ἀπαγγέλθηκαν ἀπὸ τοὺς διαδοχικοὺς ραψωδοὺς τους πολλὰ χρόνια πρὶν γραφτοῦν. Οἱ Ἀρχαῖοι ὅταν διαβάζει κανεὶς Ἀρχαίους ἀποκαρδιώνεται γιατί βρίσκει ὅτι τὰ ἔχουν πεῖ ὅλα καὶ λίγα ἀπομένουν, ὡς σχόλια σὲ αὐτὰ ποὺ εἶπαν ἐκεῖνοι. Ἔτσι στὰ σχετικὰ μὲ τὴν Γλώσσα καὶ τὸν Λόγο τὰ σημαντικότερα (ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐγὼ γνωρίζω) βρίσκονται στὸ «Περὶ Ἑρμηνείας» τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ στὸν «Κρατύλο» τοῦ Πλάτωνα. Τὰ «Περὶ Ἑρμηνείας» παίρνουν τὸν τίτλο τους (πιθανῶς) ἀπὸ τὸ θέμα τους ποὺ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῆς σκέψεως, ἡ πλησιέστερα ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἀναλύσεως τῆς δομῆς τῆς λογικῆς, μέσω τῆς γλώσσας.
Ὁ «Κρατύλος» ὀνομάζεται ἐπίσης «Λογικός» («Περὶ Ὀρθότητος Ὀνομάτων, Λογικός».) Σὲ παρένθεση θὰ ἤθελα νὰ σημειώσω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἡ μόνη γλώσσα ποὺ συνδέει τὴν Λογικὴ μὲ τὴν Γλώσσα, μὲ τὴν λέξη «Λόγος». Ἡ δυσκολία τῆς μεταφράσεως καὶ κατανοήσεως τῆς μεγαλειώδους αὐτῆς ἔννοιας ἔχει δώσει ἀφορμὴ σὲ πολλὲς παρεξηγήσεις μὲ ἀτελείωτες προεκτάσεις. (Πρβλ. Chantraine, Diet. Etymologique).
Πρώτη ἡ μετάφραση τοῦ «Ἐν ἀρχὴ ἦν ὁ λόγος» σὲ «In the beginning was the word», ὠσάν ἐν ἀρχὴ νὰ ἦταν ἡ λέξη. Πράγμα ἄτοπο καὶ ἀκατανόητο. Δὲν εἶναι δυνατὸν στὴν ἀρχὴ νὰ ὑπῆρχε ἡ γλώσσα πρὶν νὰ ὑπάρχουν, τουλάχιστον, δυὸ ἔναρθρα λογικὰ ὄντα. Ἐνῶ ὁ Λόγος, μὲ τὴν ἔννοια τῆς Λογικῆς, τῆς τάξεως, τῆς ἁρμονίας, τῆς αἰτιατῆς σχέσεως, τοῦ Ratio εἶναι πράγματι μία ἄναρχη Πλατωνικὴ Ἰδέα, κατ` ἀνάγκη ἡ πρώτη, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Ἰδέα ποὺ ὑπάρχει, εἴτε τὴν σκέπτεται κανεὶς εἴτε ὄχι, καὶ ποὺ χωρὶς αὐτὴν εἶναι ἀδιανόητη ἡ «ὕπαρξη» ὡς ἰδέας ἀλλὰ καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ κόσμου καὶ οἰουδήποτε συστήματος κατανοήσεως ἢ περιγραφῆς του.
Ὁ Ἀριστοτέλης ἀρχίζει τά «Περὶ Ἑρμηνείας» περιγράφοντας τὴν σχέση γλώσσας καὶ σκέψεως καὶ θέτοντας τέσσερις καθοριστικοὺς ὁρισμούς: «Πρῶτον, δεῖ θέσθαι τί ὄνομα καὶ τί ρῆμα, ἔπειτα τί ἐστὶν ἄποφασις καὶ κατάφασις καὶ ἄποφανσις καὶ λόγος». Καὶ προχωρεῖ εἰς τὸ μνημειῶδες: «Ἐστὶ μὲν οὖν τὰ ἐν τῆ φωνή τῶν ἐν τῆ ψυχὴ παθημάτων σύμβολα, καὶ τὰ γραφόμενά τῶν ἐν τῆ φωνή». Λίγες γραμμὲς πιὸ κάτω μὲ τὴν βιασύνη ποὺ τὸν διακρίνει (ἢ τοὺς μαθητές του ποὺ κρατοῦσαν σημειώσεις) παραπέμπει γιὰ τὴν ἀνάλυση τοῦ θέματος στὰ «Περὶ Ψυχῆς», ὅπου δὲν βρῆκα τὴν ἀναφορά. Πρὶν φτάσει ὅμως ἐκεῖ ἀποκαλεῖ τὰ λόγια καὶ τὰ γραπτά: «ὁμοιώματα». «Ἤ, ὅπως ποιητικότερα λέει ὁ Σωκράτης στὸν «Θεαίτητο» (206Α) «...ἂν τὸ τὴν αὐτοῦ διάνοιαν ἐμφανῆ ποιεῖν διὰ φωνῆς μετὰ ρημάτων καὶ ὀνομάτων, ὥσπερ εἰς κάτοπτρον ἢ ὕδωρ τὴν δόξαν ἐκτυπούμενον εἰς τὴν διὰ τοῦ στόματος ροήν».
Οἱ ἑπόμενοι ὁρισμοὶ τοῦ Ἀριστοτέλη εἶναι: ΙΙ. Ὄνομα μὲν οὖν ἐστὶ φωνὴ σημαντικὴ κατὰ συνθήκη ἄνευ χρόνου, εἰς μηδὲν μέρος ἐστὶ σημαντικόν, κεχωρισμένον. III. Ρῆμα δὲ ἐστὶ τὸ προσημαῖνον χρόνον. IV. Λόγος δὲ ἐστὶ φωνὴ σημαντικὴ (κατὰ συνθήκην) ἧς τῶν μερῶν τί σημαντικὸν ἐστὶ κεχωρισμένον. (Τὸ «κατὰ συνθήκην» διαμφισβητεῖται). (Αὐτὲς οἱ λίγες γραμμές, ποὺ θὰ ἔδιναν νόημα στὸ μάθημα τῆς γραμματικῆς, κανεὶς δάσκαλος δὲν ἔλαβε τὸν κόπο νά μοῦ τὶς πεῖ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔπρεπε.) Ἐδῶ ἐπιστρέφουμε πρωθύστερα στὸν «Κρατύλο» γιατί ὁ Ἀριστοτέλης, ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ἀσχολεῖται μὲ τὴν Λογικὴ περισσότερο παρὰ μὲ τὴν γλώσσα. Θὰ βροῦμε τὸν Πλάτωνα νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν συζήτηση γιὰ τὴν γλώσσα γιὰ νὰ ἐπιτεθεῖ κατὰ τῆς φιλοσοφίας τοῦ Ἠρακλείτου σχετικὰ μὲ τὴν ροὴ κίνηση καὶ ἀλλαγῆ τῶν πραγμάτων.
Καὶ ἐδῶ μία μικρὴ παρένθεση. Δύσκολο - πάντοτε κατ ἐμὲ - νὰ ξεχωρίσει κανεὶς πότε μιλάει στὰ σοβαρὰ ὁ Σωκράτης καὶ πότε εἰρωνεύεται. Ἡ εἰρωνεία τοῦ Σωκράτη (ἀντικείμενο τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς τοῦ Κιρκεγκάαρντ) εἶναι δεῖγμα πολιτισμοῦ, ἀπολαύσεως τῆς ἡδονῆς τῆς σκέψεως καὶ τοῦ διαλόγου, ἀλλὰ καὶ γνώσεως τοῦ ἀντικειμένου. Ὅσο λιγότερα ξέρει κανεὶς γι αὐτὸ ποὺ μιλάει τόσο πιὸ βαρύγδουπος καὶ στομφώδης γίνεται. Στὴν σύγχρονη ἐποχὴ ἡ Σωκρατικὴ εἰρωνεία ἔχει μετακομίσει κυρίως στὰ Ἀγγλικὰ κολλέγια καὶ ἔχει ὀνομασθεῖ «Αἴσθηση τοῦ Χιοῦμορ». Ἀπαιτεῖ τὴν ἰκανότητα ὄχι μόνον νὰ εἰρωνεύεται κανεὶς ἀλλὰ καὶ νὰ δέχεται τὴν εἰρωνεία.
Θεωρεῖται ἀπὸ τὰ σημαντικότερα προτερήματα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ πολιτισμένου ἀνθρώπου. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι δύσκολο νὰ εἶναι κανεὶς βέβαιος πότε μιλάει στὰ σοβαρὰ ὁ Σωκράτης, ὁ «Κρατύλος» παραμένει ἕνας διάλογος αἰνιγματικός. Ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο. Εἶναι δύσκολο νὰ ἀντικρούσει κανεὶς τὸν Ἠράκλειτο, τὸν Ἀντισθένη, Δημόκριτο, Πρωταγόρα κ.ἅ. μὲ παράδειγμα τὴν γλώσσα. Ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης ἤξερε («διὰ γὰρ τὸ πανταχῆ στρέψεσθαι τὰ ὀνόματα...» 421 Ἅ) ὅτι οὔτε μιλούσαν οὔτε ἔγραφαν στὴν ἐποχή του ὅπως οἱ παλαιότεροι.
Ἔτσι δύσκολο νὰ ὑποστηριχθεῖ τὸ τέλειο καὶ ἀναλλοίωτο ὄνομα γιὰ ἕνα πράγμα κατὰ τὴν ἔννοια ποὺ ὑπῆρχε ἡ Ἰδέα τοῦ πράγματος, μία μόνη καὶ αἰωνία. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτη ταύτιση τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μερικὴ προσέγγιση. Ἐδῶ ἔρχεται ἡ πρόκληση τῆς ὀνοματοποιητικῆς.

 

 
 
Δεῖτε καί ἐσεῖς τήν γνώμη σᾶς ἐδῶ. Χρησιμοποιῆστε τή φόρμα ἐπικοινωνίας τῆς ἰστοσελίδας μας καί ἀποστείλατε τό ἄρθρο σας, τό ὁποῖο ἐμεῖς θά ἀναλάβουμε νά τό δημοσιεύσουμε σέ αὐτήν.