ΠΕΤΡΙΝΗ ΓΗ - Κώστας Σ. Μπατσάκης
"ΜΙΣΕΥΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ"
 
"Ἐμίσεψες καὶ μ΄ ἄφηκες ἕνα γυαλὶ φαρμάκι"
(ΔΗΜΟΤΙΚΟ)
 
 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 
Μετὰ τὴν Κατοχὴ καὶ τὸν Ἐμφύλιο ὁ κόσμος τῆς ἐπαρχίας προσπαθεῖ να ἀνασυντάξει τῇ ζωῇ τοῦ. Ἐνεργοποιεῖ τὰ ψυχικὰ τοῦ ἀποθέματα καὶ παλεύει ὄχι μόνο για να ἐπιβιώση ἀλλὰ καὶ να προκόψει. Τὰ χωρία, ἀκόμη καὶ τὰ ὀρεινά, κρατάνε ἀκόμη πληθυσμό που ἔχει ζωντάνια καὶ δύναμη, ποὺ ἠδονίζεται καὶ αἰσιοδοξεῖ, ποὺ χαίρεται, ἐρωτεύεται καὶ ὀνειρεύεται, ποὺ ἀρχίζει να ξενιτεύεται για να ἀλλάξει τὴν μοῖρα τοῦ, ποὺ συγκρούεται συχνὰ μὲ ἀντιδραστικὲς νοοτροπίες καὶ μικροὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ δεν κάμπτεται.
Αὐτὸς εἲναι σὲ γενικὲς γραμμὲς ὁ κόσμος τῶν ἀφηγημάτων αὐτοῦ τοῦ βιβλίου. Ἡ ζωὴ τῆς ἐπαρχιώτικης κοινωνίας, ὅπως τὴν αἰσθάνθηκα στα νεανικά, κυρίως χρόνια, ἔδωσε τὸ ὑλικὸ στο ὁποῖο προσθεσα καὶ δικές μου ἐπιθυμίες καὶ σκέψεις.
Οἱ μεγαλύτεροι σὲ ἡλικία ἀναγνῶστες, εἰδικὰ οἱ ἐπαρχιώτικης προέλευσης, θὰ βιώσουν μέσα στα ἀφηγήματα μία γνωρίμη ἀτμοσφαῖρα, ἐνῶ οἱ νεοτεροι θὰ γνωρίσουν ἔναν κόσμο που πέρασε, ἀλλὰ ἄφησε πίσω πολλὰ μηνύματά που ἀξίζει να τὰ ἐπεξεργαστοὺν οἱ μεταγενέστεροι.


 
Κώστας Μπατσάκης
Ἀπρίλιος 2005
.
 
Βαρὺ τὸ κλίμα ἐκείνη τὴν Κυριακὴ στο μεγάλο χωριὸ τοῦ νοτίου Παρνωνα μὲ τὰ λιτὰ πέτρινα σπίτια, τοὺς σκονισμένους δρόμους καὶ τοὺς βιοπαλαιστὲς κατοίκους που πάλευαν μέρα καὶ νύχτα για τὸν ἐπιούσιο.

Δυσκόλα χρόνια για μεγάλους, νέους καὶ μικροὺς σὲ ἔναν τόπο ἄγονο, ἀνυδρο, μὲ λίγους πόρους. Ἡ γῆ δεν καρποφοροῦσε εὔκολα, ὄσο κι ἂν πάλευαν μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια οἱ δουλευτάδες τῆς ὑπαίθρου. Ἤταν καὶ οἱ τρομερὲς καταστάσεις που περᾷσαν κι ἄφησαν πίσω ἐρείπια, θανάτους, ὀρφάνια, φτώχεια. Ἡ Κατοχή, τὸ ὁλοκαύτωμα τοῦ χωρίου, ὁ φοβερὸς Ἐμφύλιος. Ἀνεργία, ἀνέχεια, ἀβέβαιο τὸ μέλλον. Ὅμως σ` ἄλλα μέρη μακρινά, σὲ ξένες χῶρες ἄκουγάν πως ἤταν ἀλλιῶς τὰ πράγματα. Ἐκεῖ εἶχε δούλειά που ἔφερνε χρῆμα. Ἐκεῖ εἶχε ἀγαθὰ καὶ ἀνέσεις που μόνο σὲ φωτογραφίες τὰ `βλεπαν οἱ φτωχοὶ βιοπαλαιστὲς τοῦ ἡμιορεινοῦ χωρίου.

Καὶ να ποὺ ὁ τροχὸς τῆς τύχης ἔδειχνέ πως γύριζε τὴν τροχιὰ καὶ γι` αὐτούς. Χρειάζονταν, λένε, πολλὰ ἐργατικὰ χέρια σὲ ξένες χῶρες. Ἡ Ἀμερικὴ δεν ἔπαιρνε πιὰ ὅλους μετανάστες, ἀνοιξε ὅμως ὁ δρόμος για τῇ μακρινῇ Αὐστραλία. Ἔτρεξαν οἱ πρῶτοι νέοι τοῦ χωρίου να φτιάξουν τὰ χαρτιὰ τούς, ἀψηφώντας τις φῆμες καὶ τὸ φόβο τοῦ προκαλεῖ τὸ ἄγνωστο καὶ θεριεύοντας τὴν ἐλπίδα για μία καλύτερη ζωή. Ἐξάλλου αὐτοὶ θὰ ἀνοιγαν τὸ δρόμο για να ἀκολουθήσουν καὶ τόσοι ἄλλοι νέοι καὶ νέες, ἀνεργοι καὶ φτωχοί που μάταια μοχθοῦσαν για τὴν ἐπιβίωση σὲ ἔναν τόπο ἄγονο.

Ὁ ἥλιος ἔγερνε ἀργὰ πρὸς τῇ δύσῃ καθὼς μία μεγάλῃ παρέα δέκα περίπου νέων διάβαινε τὶς γειτονιὲς για να ἀποχαιρετήσει συγγενεῖς, φίλους καὶ χωριανούς.

Συγκινημένοι τραγουδούσαν τραγούδια τοῦ τόπου, τῆς ξενιτιὰς καὶ τῆς ἀγάπης. Ἡ καρδία τοὺς χτύπαγε δυνατά. Ποῖος ξέρει ἂν θὰ ξαναρχονταν, ἂν θὰ ξαναβλεπαν τὸ ἀγαπημένο τοὺς χωριό, τοὺς γονεῖς καὶ τὰ ἀδέρφια, τὰ βουνὰ καὶ τὸν ἥλιο τῆς φτωχὴς τοὺς πατρίδας.
 
- Να σᾶς ἀποχαιρετήσουμε θεία καὶ μπάρμπα, φεύγουμε, τελειωσαν τὰ ψέματα.
- Στο καλό, μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας, καλὴ προκοπή, παιδάκι μου.

Δυσκολο ὅμως να ἀποχαιρετήσεις κάποιο ἀγαπημένο προσωπο ποὺ πρόβαλε ψηλὰ στο παραθυρο. Ἕνα χαμόγελο καὶ μία θερμὴ ματία ἤταν μαζὶ χαιρετισμὸς καὶ ὑποσχεση πὼς ὁ χωρισμὸς ἤταν προσωρινός, πὼς ἡ ἀγάπη εἲναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν ξενιτεμό.

Τῇ βραδιὰ ἐκείνῃ σχεδὸν ὅλο τὸ χωριὸ ξενύχτησε. Στα σπίτια τῶν ξενιτευόμενων κόσμος μπαινοβγαίνει. Στο δεῖπνο τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ οἱ εὐχές, τὰ ἀγκαλιάσματα, τὸ τσούγκρισμα τῶν ποτηρίων καὶ ἡ συγκίνηση δημιουργοῦσαν μία πολὺ δυνατὴ ἀτμοσφαῖρα. Σὰν ἦρθε τὸ πρωὶ κάθε ξενιτευόμενος ἀποχαιρέτησε μὲ πόνο τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ ξάνοιξε τὸ βῆμα τοῦ για να σμίξει μὲ τοὺς ἄλλους. Ἡ μανὰ σὰν ἀρχαῖα ἱέρεια ἔραινε μὲ λάδι τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοὺ για να εἲναι «λάδι» κι ὁ δρόμος τοῦ παιδίου τῆς για τὰ ξένα.

Στο καφενεῖο τὸ χωρίου ἔφτασε τὸ σκονισμένο λεωφορεῖο τῶν εἴκοσι τεσσάρων θέσεων, νύχτα ἀκόμη.

Ἐκεῖ εἶχε συγκεντρωθεῖ τὸ μισὸ χωριὸ για τὸν ἀποχαιρετισμὸ τῶν ξενιτευόμενων. Φορτώθηκαν οἱ ἀποσκευὲς καὶ τὰ δέκα παλικάρια, 25-30 χρόνων λεβέντες, χάθηκαν μέσα στις ἀγκαλιὲς συγγενῶν καὶ φίλων. Τὸ τελευταῖο κέρασμα μὲ κονιὰκ καὶ οὖζο τὸ ἔκανε ὁ καφετζής. Σήκωσαν τὰ ποτήρια, μερικοὶ σταύρωσαν τὰ χέρια, ἀκούστηκαν οἱ τελευταῖες εὐχές. «Στο καλό, καλὴ προκοπή, να παρέτε κι ἐμᾶς σὰν τὰ βρεῖτε καλὰ στην Αὐστραλία».

Ὁ ὁδηγὸς κορνάρισε καὶ οἱ ταξιδιῶτες ἀνέβηκαν στο ὄχημα μὲ βαριὰ καρδία. Τὸ λεωφορεῖο μαρσάρισε καὶ χάθηκε στῇ στροφὴ τοῦ δρόμου, ἀφήνοντας πίσω τοῦ συννεφο σκόνης που ἐμπόδιζε να φανοῦν τὰ σηκωμένα χέριά που χαιρετούσαν κι ἀπὸ τὶς δύο μεριές.

Ἔπαιρνε να χαράζει. Διακρίνονταν πιὰ ὅλο καὶ πιὸ καθαρὰ ἡ φύσῃ, τὰ ζῷα καὶ οἱ χωρικοί που ἀχάραγα εἴχαν ἤδη κινήσει για τὶς δουλειὲς τούς. Οἱ ξενιτευόμενοι εἴχαν καρφώσει τὰ ματία πρὸς τὰ ἔξω για να ῥουφήξουν ὄλες τις τελευταῖες εἰκόνες τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας. Κανένας δὲ μιλοῦσε. Οἱ περισσότεροι δεν μπορούσαν να τὸ πιστέψουν. Φορτισμένη ἡ ψυχὴ τοὺς δοκιμαζόταν ἀπὸ ἀναστολές. «Πῶς ἀφήνεις τὸν τόπο σου ὅπου ἔζησες 25-30 χρόνια χωρὶς να κινηθεὶς βῆμα ἀπὸ αὐτὸν (Ἑξαίρεση ἡ στρατιωτικὴ θητεία ποῦ για ὅλους τοὺς νέους τῆς ἐπαρχίας ἤταν τὸ ταξίδι τῆς ζωῆς τοὺς) πηγαίνοντας για τὸ ἄγνωστο;».

Ὕπηρχε καὶ ἡ ἄλλη φωνή που ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ψυχρὴ λογικὴ καὶ τὸ ῥεαλισμὸ καὶ προσπαθοῦσε να πνίξει τὸ συναίσθημα καὶ να σπάσει τοὺς δυνατοὺς δεσμούς. «Προχώρα μπροστά, σκέψου πως ὑπάρχει μία ἅλλῃ καλύτερη ζωή. Θὰ σώσεις τὸν ἑαυτὸ σοῦ, θὰ βοηθήσεις τοὺς δικοὺς σοῦ. Μὴ δειλιάζεις. Τὶ ἀντρας εἶσαι ἐσύ;».

- Γιάννη, τὶ σκέφτεσαι; Μήπως τὸ μετανοιωσες;
- Δεν ξέρω, Δημήτρη, εἶμαι μπερδεμένος.
- Ἂς μὴ σκεφτόμαστε πιά. Τώρα ὅ,τι ἔγινε ἔγινε.
- Ἔχεις δίκιο. Πρέπει να κοιτάξουμε τὸ μέλλον. Δεκαπέντε λεπτὰ για καφέ», φώναξε ὁ εἰσπράκτορας, διακόπτοντας σκέψεις καὶ συναισθήματα. Ἕνα τσιγάρο ἄσσος μαζὶ μὲ τὸν καφὲ ἤταν ὅ,τι ἔπρεπε. Ὁ Νῖκος πιὸ αἰσιόδοξος καὶ εὔθυμος χαρακτῆρας, τὸ `ῥιξε λίγο στην πλάκα:
- «Για σκεφτεῖτε, μωρέ, τὶ μας εἴπαν στο προξενεῖο τῆς Αὐστραλίας. Ἀμέσως θὰ πιάσουμε δουλεία, κάθε Σάβββατο πληρωμή, θὰ μας ἔχουν ἕτοιμα δωμάτια να μείνουμε, ἀκόμη καὶ μπάνιο θὰ ἔχουμε. Τὰ τσιγάρα πάμφθηνα. Ἐπίσης καὶ τὰ ῥούχα. Σὲ ἕνα - δύο χρόνια μποροῦμε να ἀγοράσουμε καὶ αὐτοκίνητο. Εἲναι να τρελαίνεσαι!».
- Ἀσε να ξεχρεώσουμε τὰ δανεικά που πήραν οἱ γονεῖς μας. Πολὺ μας πέφτει να συζητάμε καὶ για αὐτοκίνητο, ἀπάντησε ὁ Κυριακός.
- Για περαστὲ στις θέσεις σᾶς καὶ ἀργήσαμε, φώναξε ὁ εἰσπράκτορας.

Τὸ βραδάκι ἔφτασαν στην Ὁμόνοια καὶ ἐπιᾷσαν δωμάτια στο ξενοδοχεῖο ΕΥΡΩΠΗ. Ἐκεῖ τοὺς ἐπισκέφθηκαν συγγενεῖς Ἀθηναῖοι, τοὺς πήραν για φιλοξενία καὶ για να τοὺς βοηθήσουν στις διαδικασίες τῆς ἀναχωρήσῃς. Ἡ Ἀθῆνα πολυβουη, μετρᾶγε κι αὐτὴ τὶς πληγὲς τῆς τέσσερα-πέντε χρόνια μετὰ τὸν Ἐμφύλιο μὲ πλῆθος ἐπαρχιῶτες να δίνουν τὸν ἀγῶνα τῆς ἐπιβίωσης παντοῦ. Ἀπὸ οἰκοδομὲς μέχρι κουλούρια στην Ὁμόνοια. Ἡ φτώχεια φανερή, ὅμως ὁ κόσμος πάλευε πιὸ αἰσιόδοξος μετὰ τὸν πόλεμο. Για δύο μέρες ἔτρεχαν παντοῦ. Ταξιδιωτικὰ γραφεῖα, προξενεία, χαρτιά, διαβατήρια καὶ κάποια ψώνια ἀπαραίτητα για τὸ μακρινὸ ταξίδι.
 
 
Τὴν ἄλλη μέρα στον Πειραιᾶ στην προβλῆτα τοῦ Ἀϊ-Νικόλα ἕνα κατασπρο μεγάλο καράβι εἶχε ῥίξει τις σκάλες, ἐνῶ κάπνιζαν τὰ φουγάρα τοῦ. Τὸ ὀνομαστὸ ΚΥΡΗΝΕΙΑ ποὺ για πολλὰ χρόνια ἔκανε, ποῖος ξέρει πόσα, δρομολόγια, για τῇ μακρινῇ Αὐστραλία, τῇ Μελβούρνη καὶ τὸ Σίδνεϋ. Ἡ ἀτμοσφαῖρα στην προκυμαία καὶ πάνω στο καράβι ἤταν ἄκρως θορυβώδης καὶ κινητική. Αὐτοκινητὰ καὶ ἅμαξες ἔφερναν κοντὰ τοὺς ταξιδιῶτες. Οἱ ἀποσκευὲς φορτώνονταν στα ἀμπάρια, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προσωπικὴ βαλίτσα. Λιμενικοί, γραφιάδες τοῦ τελωνείου καὶ τῶν ταξιδιωτικὼν γραφείων, ἀξιωματικοὶ καὶ μέλῃ τοῦ πληρώματος τοῦ πλοίου ντυμένοι στα λευκά, φωτογράφοι, μικροπωλητές, ταξιδιῶτες ἀνάμεσα στους δικοὺς τούς που τοὺς κατευόδωναν. Εἰκόνες ἀπὸ τὸ μεγάλο λιμάνι τοῦ καημού, τοῦ θορύβου, τοῦ πόνου καὶ τῶν ἐλπίδων.

Ὁ Πειραιᾶς ἢ Περαίας πόσα θὰ `λέγε ἂν μιλοῦσε, για τὰ τόσα που `βλεπε καὶ ἄκουγε τέτοιες μέρες σὰν αὐτὴ ὅπου ἑκατοντάδες ὡς χίλια ἄτομα ἄφηναν τῇ γλύκιᾳ πατρίδα πιασμένα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα μιᾶς καλύτερης ζωῆς. Ἀργὰ τὸ βραδὺ τὸ καράβι σαλπάρισε. Ἡ ἑλληνικὴ σημαία κυμάτιζε στην πρύμνῃ, ἐνῶ ὁ καπνὸς ἀπὸ τὰ δύο μεγάλα φουγάρα ἀπλωνόταν πίσω σχηματίζοντας ἕνα μακροστενο συννεφο. Οἱ γλάροι τὸ συνόδευαν, ἐνῶ τὸ πικὰπ ἔπαιζε τὸ δίσκο «Κάθε λιμάνι καὶ καημός, κάθε καημὸς καὶ δάκρυ».

Ἔχουν περάσει δέκα μέρες συνεχοῦς ταξιδιού. Τὸ ΚΥΡΗΝΕΙΑ περήφανο, κατασπρο μέσα στο γαλάζιο ἔσκιζε πιὰ τὸν Ἰνδικὸ ὠκεανό. Ἀπεράντη θάλασσα ὁλόγυρα, χωρὶς ἕνα σημάδι στεριάς. Δεν ἤμασταν στο Αἰγαῖο ὅπου ἑκατοντάδες νησιὰ καὶ ξερονήσια ξεφυτρώνουν μέσα ἀπὸ τὰ κύμματα σὰν ἄγρυπνοι φρουροὶ τῆς Θαλάσσας. Μεγάλα κύματα λίκνιζαν τὸ ὑπερωκεάνειό που ἔσκιζε τὰ νερὰ μὲ τῇ σταθερῇ πορείᾳ τοῦ. Κάπου-κάπου κάποιο ἄλλο καράβι, φορτηγὸ ἢ ἐπιβατικό, φαινόταν μακριά. Ἂν πλησίαζαν τὰ δύο βαπόρια, χαιρετιούνταν μὲ ἀμοιβαῖα σφυρίγματα.

Συχνὰ συνέβαινε να εἲναι ἑλληνικὸ τὸ ἄλλο βαπόρι, ὁπότε ὁ χαιρετισμὸς μὲ τὴν μπουροὺ ἤταν παρατεταμένος, ἐνῶ οἱ ἐπιβάτες μετανάστες ἀπλωναν τὰ χέρια μὲ φωνὲς στέλνοντας χαιρετίσματα στῇ γλύκια πατρίδα.

Οἱ ταξιδιῶτες ἀμάθητοι ἀπὸ θαλασσινὰ ταξίδια ὑπέφεραν πολὺ τὶς πρῶτες μέρες. Μετὰ συνήθισαν καὶ τὸ πήραν ἀποφάσῃ πως για ἕνα μῆνα αὐτὴ θὰ ἤταν ἡ ζωὴ τούς. Μαζεμένοι σὲ παρέες μιλούσαν για τὸ παρελθόν, κυρίως για τὸ μέλλον. Ἀγωνιούσαν ἀλλὰ καὶ αἰσιοδοξούσαν. Ἔκαναν σχέδια καὶ ὄνειρα. Μερικοὶ μίλαγαν ἤδη καὶ για τὸ πότε θὰ ἐπιστρέψουν στην πατρίδα, για να μὴν ξαναφύγουν πιά. Θύμιζαν τοὺς νεοσυλλέκτους στρατιῶτές που σκέφτονταν τῇ μέρα τῆς ἀπολύσῃς, ἐνῶ ἀκόμη δεν ξεκινῆσαν τῇ θητείᾳ τούς.

Μετὰ ἀπὸ τριάντα μέρες ταξίδι, εἰδοποιήθηκάν πως σύντομα θὰ πιάσουν τὸ λιμάνι τοῦ προορισμοῦ καί πως ἔπρεπε να ἐτοιμαστούν. Μὲ ἀναμεικτὰ συναισθήματα μάζευαν καὶ τακτοποιούσαν τὰ πράγματα τούς. Στο βάθος τοῦ ὁρίζοντα διακρίνονταν ἤδη τὰ (ῥώτα καὶ ἡ στεριά. Ὅλοι βγήκαν στο κατάστρωμα κι ἀγνάντευαν μὲ ἀγωνία πρὸς τῇ νέᾳ ἄγνωστη πατρίδα, τῇ μακρινῇ καὶ ξωτικὴ Αὐστραλία.

Οἱ δέκα Λάκωνες ἀπὸ τὸ ἠμιορεινὸ χωριὸ τοῦ νοτίου Παρνωνα λίγο παράμερα στέκονταν πολὺ κοντὰ ὁ ἔνας στον ἄλλο καὶ δὲ μιλούσαν. Συμφωνῆσαν να μὴ χωριστοὺν μὲ τίποτα, να ζήσουν καὶ να δουλέψουν μαζὶ σὰν μία οἰκογένεια. Ἔδωσαν ὅρκους κι ἔσφιξαν τὰ χέρια. Μνημονεῦσαν για μία ἀκόμη φορὰ τὸ ἀγαπημένο χωριὸ ὡς συμβολο ἑνότητάς που θὰ τοὺς δινεῖ δύναμη καὶ ἐλπίδα στην καινούρια ζωή.

Κατέβηκαν ἀργὰ τῇ μεγάλῃ σκάλᾳ τοῦ καραβιοὺ καὶ πάτησαν τὸ ἔδαφος τῆς νέας πατρίδας. Ἔνας ὑπάλληλος τοὺς παρέλαβε. Ἤταν φιλικὸς καὶ χαμογελοῦσε. Γουὲλ καμ, γκουτ λακ = καλῶς ἤρθατε, καλὴ τύχῃ. Τὸ ὑπηρεσιακὸ αὐτοκίνητο τοὺς μετέφερε σὲ μία φάρμα δύο ὦρες μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη. Ἐκεῖ θὰ ἔμεναν καὶ θὰ ἐργάζονταν τοὺς πρώτους μῆνες.

Ὁ τόπος γλυκός, οἱ ἄνθρωποι φιλικοί, τῇ δουλείᾳ τὴν ἀντεχαν. Στο τέλος τῆς πρώτης βδομάδας πληρώθηκαν καὶ πήραν ἀπὸ 100 δολάρια. Δόξασαν τὸ θεό. Ἡ ἐλπίδα πως ἄρχιζε μία νέα καλύτερη ζωὴ γινόταν ὅλο καὶ πιὸ πιστευτή.


 
Κώστας Σ. Μπατσάκης
 
 
 
 
 
Δεῖτε καί ἐσεῖς τήν γνώμη σᾶς ἐδῶ. Χρησιμοποιῆστε τή φόρμα ἐπικοινωνίας τῆς ἰστοσελίδας μας καί ἀποστείλατε τό ἄρθρο σας, τό ὁποῖο ἐμεῖς θά ἀναλάβουμε νά τό δημοσιεύσουμε σέ αὐτήν.