Συνεχὴς καὶ ἑνιαία ἑλληνικὴ γλῶσσα!
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Η ΟΠΟΙΑ ΟΜΙΛΕΙΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ
ΕΠΙ 4000 ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΤΗ
 

 
Συνεχὴς καὶ ἑνιαία ἑλληνικὴ γλῶσσα!
 
«Μοναχὴ ἔγνοια ἡ γλῶσσά μου στις ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...»
Ὀδυσσεὺς Ἐλύτης

 
Τοῦ Ἀντωνίου Α. Ἀντωνάκου
Καθηγητοῦ Φιλολόγου - Ἱστορικοῦ
 
Πράγματι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἲναι ἡ μόνη στον κόσμο, ποὺ ὁμιλείται κατὰ τὶς συμβατικὲς τοποθετήσεις, τουλάχιστον ἐπὶ 4000 χρόνια. [Ἡ πραγματικότης βεβαίως εἲναι τελείως διαφορετική, ἂν λάβουμε ὡς βάσῃ τὰ ἀνθρωπομετρικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν Σαρακατσάνων. Οἱ Σαρακατσάνοι εἲναι ἕνα πανάρχαιο ἑλληνικὸ φύλο, τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖται ἀνθρωπολογικὼς ἔδω καὶ 50.000 ἔτη, τὸ ὁποῖο ἀνέκαθεν ὁμιλεῖ ἀποκλειστικὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα, χωρὶς καμιὰ ξένη προσμειξη. Τὸ λογικὸ συμπέρασμα εἲναι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει τουλάχιστον τὴν ἡλικία τοῦ Σαρακατσάνικου αὐτοῦ φύλου.]
 
Τὸ γεγονὸς αὐτό, τῆς συνεχοῦς, δηλαδή, καὶ ἀδιακόπης ὁμιλίας τῆς γλώσσης, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερα, ὁμιλοῦμε τὴν ἴδια γλῶσσά που ὁμιλοῦσε καὶ ὁ πάππους μας Ὅμηρος. Κι αὐτό, γιατὶ ὄλες οἱ ὁμηρικὲς λέξεις ἔχουν διασωθεῖ στην παραγωγὴ τῶν λέξεων καὶ κυρίως στα σύνθετα. Αὐτὸ εἲναι τὸ μεγάλο μυστικὸ για να μπορέσουμε να τὸν κατανοήσουμε.
 
Συνθετες λέξεις
Μπορεῖ δηλαδὴ σήμερα να λέμε νερό [που κι αὐτὸ εἲναι ἀρκετὰ παλιὸ ἐκ τοῦ νηρὸν = ὕδωρ (ἴδια ῥίζα μὲ τὰ Νηρεύς, Νηρηίδες κ.λπ.)] ἀλλὰ τὰ σύνθετα καὶ οἱ παραγωγες λέξεις θὰ εἲναι μὲ τὸ ὕδωρ. (ὑδραυλικός, ὑδραγωγεῖο, ὕδρευση, ὑδροφόρος, ἐνυδρεῖο, ἀφυδάτωση, ὑδρωπικία, ὑδροψυκτος, ὑδρογόνο, ὑδροστατική, ἑταιρεία ὑδάτων κλπ). Μπορεῖ να λέμε φωτιὰ ἀλλὰ τὰ σύνθετα εἲναι ὅλα μὲ τὸ πῦρ. (πυροσβέστης, πυρασφάλεια πυρκαγιὰ πυρπολητὴς κλπ). Μπορεῖ να λέμε ψωμὶ ἀλλὰ τὰ σύνθετα θὰ εἲναι μὲ τὸ ἄρτος (ἀρτοποιός, ἀρτοσκευάσματα κλπ).
 
Ἀκόμη καὶ λέξεις που σήμερα ἔχουν χαθεῖ ἔχουν διασωθεῖ στα σύνθετα. Για παράδειγμα ὁ Ὅμηρος χρησιμοποιεῖ τὸ ῥῆμα δέρκομαι (= βλέπω), ποὺ σήμερα δεν ὑπάρχει. Ὑπάρχει ὅμως ἡ λέξη ὀξυδερκής. Χρησιμοποιεῖ ἐπίσης τὸ ῥῆμα κορέω (=φροντίζω, σκουπίζω, σαρώνω), ποὺ ἂν καὶ δεν χρησιμοποιείται στην ἑλληνικὴ ἔχει διασωθεῖ στις ἄλλες γλῶσσες (ἀγγλ. care, ἰταλ. cura κλπ). Στα ἑλληνικὰ ὅμως ἔχει διασωθεῖ ἡ λέξη νεωκόρος ( αὐτός που φροντίζει τὸν ναό).
 
Ἐπ΄ αὐτοφόρω
Ἡ λέξη φὼρ (=κλέπτῃς) ἔχει χαθεῖ. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἔκφραση «ἐπ' αὐτοφώρω». Ἐπίσης ὄσο κι ἂν σήμερα δεν μιλοῦμε για τοὺς λώπους (= ῥούχα), ἔχει διασωθεῖ ὁ λωποδύτης. Κι ἂν τὸ ῥῆμα ἀλέξω (=προστατεύω, ἀποτρέπω, ἀπομακρύνω) δεν λέγεται σήμερα, μας ἔχει ἀφήσει τὸ ἀλεξικέραυνο, τὸ ἀλεξίσφαιρο τὸ ἀλεξιβρόχιο, ἀλεξίπτωτο καὶ κυρίως τὸν Ἀλέξανδρο. Συμπεραίνουμε ἑπομένως, ὅτι ἡ ὁμηρικὴ αὐδὴ (φωνὴ) δεν χάθηκε γιατὶ ὑπάρχουν οἱ λέξεις ἄναυδος, ἀπηύδησα κλπ. Οὔτε τὸ ἄστυ, τὸ ὁποῖο ἂν καὶ σήμερα λέγεται πόλις, μας τὸ θυμίζουν λέξεις ὅπως ἀστυνομικός, ἀστυφιλία, ἀστίατρος, ἀστικὲς συγκοινωνίες, κλπ.
 
Ἂς δοῦμε ὅμως μερικὰ ἀκόμη παραδείγματα: Τὸ βάρος στον Ὅμηρο λέγεται «ἄχθος» καὶ ἡ γῆ «ἄρουρα». Ὁ Ἀχιλλεὺς στην Ἰλιάδα λέει στα παρακάλια τῆς μητέρας τοῦ Θέτιδος ὅτι ἂν δεν νικήσει τὸν 'Ἕκτορα θὰ εἲναι ἔνας «ἄχθος ἀρούρης». Ὄσο κι ἂν νομίζουμε ὅτι ἁγνοοῦμε τὴν σημασία τῶν λέξεων σήμερα ἔχουμέ τις λέξεις «ἀχθοφόρος» (για τὸ ἄχθος) ἐνῶ τὶς λέξεις «ἀρουραῖος, ἄροτρον» κ.λπ. (για τὴν ἄρουρα). Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη ὁμηρικὴ λέξῃ που δηλώνει τὴν γῆ, ἡ χθὼν ἑξακολουθεῖ να ὑπάρχει στην λέξῃ ὑποχθόνιος. Ὁ «νόστος» στην Ὁμηρικὴ γλῶσσα εἲναι ἡ ἐπιστροφὴ καὶ τὸ «ἄλγος» εἲναι ὁ πόνος. Σήμερα χρησιμοποιοῦμε εὐρέως τις λέξεις νοσταλγία, ἀναλγητικὰ φάρμακα νευραλγία, κεφαλαλγία κλπ. Ἀκόμη, «τέλος» εἲναι ἡ δαπάνη, ποὺ διασῴζεται στην λέξῃ «πολυτελής». Κι αὐτὲς δεν εἲναι οἱ μόνες λέξεις. Τὸ δεῖπνον δεν λέγεται πιὰ «δόρπον». Ὑπάρχει ὅμως ἀκόμη τὸ ἐπιδόρπιον. Κι ἂν τὸ ἐπίῤῥημα «θαμὰ» [= συχνὰ] ἔχει σήμερα φύγει, ἄφησε κι αὐτὸ τὸν ἀπογονο τοῦ. Τὴν λέξη «θαμών», ποὺ σημαίνει «αὐτός που συχνάζει κάπου».
 
Ἀναδιδῶ, ἀποδιδῶ...
Τὸ Οὖς (γεν. τοῦ ὠτὸς) ἔγινε «αὐτί», ἡ ῥῖς (γεν. τῆς ῥινὸς) ἔγινε «μύτη», καὶ ἡ γαστὴρ (γεν. τῆς γαστρὸς) ἔγινε «κοιλία». Ἐν τούτοις εἲναι κοινὲς λέξεις σὲ ὅλους ἡ ῥινίτιδα, ἡ ὠτίτιδα καὶ ἡ γαστρίτιδα ἢ ἡ γαστρεντερίτιδα.
 
Ἡ πασίγνωστη «ναῦς» ἔγινε πλοῖο. Ὅμως οὔτε κι αὐτὴ ἡ λέξη χάθηκε, διότι σήμερα τὴν βρίσκουμε στα σύνθετα ναυπηγός, ναυλώνω, ναυμαχία, ναυτολογῶ, ναυτιλία ναύτης, ναυτικός, ναύσταθμος, ναύαρχος, ναυαγός, ναυτοδικεῖο, ναυαγοσώστης, ναυτία, ναυτόπαις, κλπ.
 
Ἀλλὰ ἂς πάμε καὶ σὲ πιὸ ἀπλὲς λέξεις. Ἡ «χεὶρ» (γεν. τῆς χειρὸς) ἔγινε στην σημερινὴ δημοτικὴ «χέρι». Στην συνθεσὴ τῆς ἔχει μείνει ὁ πρῶτος τύπος: χειραγωγῶ, χειροτονῶ, χειροφιλῶ, χειραφετῶ, χειρουργός, χειριστής, ἐγχειρίδιον, χειρονομία κλπ. Στις λέξεις που χάθηκε ἡ κλίση, λοιπὸν ἔχουμε τὸν παλιὸ τύπο να μας τῇ θυμίζει. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν λέξη «πατήρ», [γεν. τοῦ πατρός]. Στην συνθεση ἔχουμε πατρίδα, πατροπαράδοτος, πατροκτόνος, πατρικὼς κλπ. Ἀλλὰ καὶ στα ῥήματα συμβαίνει τὸ ἴδιο. Μπορεῖ δηλαδή, να λέμε σήμερα «δίνω», ἀλλὰ καὶ στην συνθεση ἔχουμε παραδιδῶ, ἀναδιδῶ, ἀποδιδῶ κλπ. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο λέμε «δείχνω», ἀλλά: ἀναδεικνύω, ἐπιδεικνύω, ἀποδεικνύω κλπ. Τὸ «ῥίχνω», στην συνθεση τρέπεται σὲ ἀποῤῥίπτω, καταῤῥίπτω, ἐπιῤῥίπτω κλπ. Τὸ «λύνω» γίνεται ἐπιλύω, διαλύω κλπ. Ὁμοίως ἔχουμε «στέλνω», ἀλλὰ ἀποστέλλω, διαστέλλω κλπ., «κλεινώ», ἀλλά: ἀποκλείω, περικλείω κλπ., «κόβω», ἀλλά: ἀποκόπτω, διακόπτω κλπ. Παρατηροῦμε δηλαδὴ πάντα τὸν ὁμηρικὸ τύπο στην συνθεση.
 
Φαεινὴ ἰδέα
Τὸ «φῶς», ὁ συνῃρημένος τύπος, ποὺ χρησιμοποιοῦμε σήμερα, ἔχει διατηρήσει καὶ τὸν Ὁμηρικὸ τοῦ τύπο «φάος». Γιατὶ λέμε φαεινὴ ἰδέα, καὶ ὄχι φωτεινὴ ἰδέα. Ὁ «γιὸς» διατηρεῖ στην συνθεση τοῦ τὸν ἀρχαϊκὸ τύπο «υἱός». Ἔτσι ἔχουμε λέξεις ὅπως «υἱοθεσία, υἱοθέτηση, υἱοθετῶ» κλπ. Βέβαια ὅπως ὁ «γιός», ἔτσι καὶ ἡ «κόρη» ἔχει ἀφήσει τὸν ἀρχαϊκὸ τῆς τύπο «θυγάτηρ», σὲ λέξεις ὅπως «θυγατρικὸς» κλπ.
 
Ἂν συνεχίσουμε ἀκόμη, ἡ ἔρευνα ἀποκτᾷ μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον. «Βρύχιος» στην Ἀρχαία ἑλληνικὴ σημαίνει βυθισμένος στο νερὸ καὶ «βρύχια» εἲναι τὰ βαθέα ὕδατα... Σήμερα λέμε ἁπλῶς «ὑποβρύχιο». Ἀκόμη ἡ λέξη «αὐλὸς» σημαίνει τὸν σωλῆνα κι ἡ λέξη «πῦρ», ὡς γνωστὸν τὴν φωτιά. Ἡ λέξη «πύραυλος» ὅμως, σήμερα συνδυάζει καὶ τὰ δύο. Τὴν λέξη αὐτὴ βεβαίως δεν θὰ μποροῦσε να ἀποδώσει ἡ καθομιλουμένη νέα ἑλληνική. Πῶς θὰ μας φαινόταν δηλαδὴ ἂν λέγαμε «ἔγινε ἐκτόξευση ἑνὸς φωτιοσωλήνα»; θὰ ἤταν ἀστεῖο, ὅπως σὲ ἀντιστοιχες περιπτώσεις, ποὺ ἔγιναν ἀνα¬λογες προσπάθειες. Για παράδειγμα ἐκ τῆς ὁμηρικῆς λέξεως πυγὴ (ἡ) [ =πρωκτός, γλουτός, ὀπίσθια ] + λάμπω, προῆλθε ἡ λέξη «πυγολαμπίς». Ἡ λαϊκὴ ὅμως λέξῃ «κωλοφωτιά», φαίνεται ἀστεῖα.
 
Ὁμηρικὸ Λεξικὸ
θὰ μπορούσα να ἀναφέρω ὅλο σχεδὸν τὸ Ὁμηρικὸ λεξιλόγιο μὲ τὰ ἴδια ἀποτελέσματα. Καὶ λεὼ σχεδὸν διότι κάποιες ἀπὸ τὶς Ὁμηρικὲς λέξεις δεν χρησιμοποιούνται για τοὺς ἑξῆς δύο λόγους: 1) Σήμερα δεν ἔχουμε πλοῦτο λεξιλογίου καὶ 2) Λόγω ἐλλείψεως τοῦ ἀντικειμένου που ἐκφράζουν ἢ λόγω ἀχρησίας, τὶς ἁγνοοῦμε. Αὐτοὶ κυρίως εἲναι στρατιωτικοὶ ὀροὶ τῆς ἐποχῆς ἢ κάτι χρονικὰ ἴδιο. Για παράδειγμα ἐπειδὴ σήμερα δεν ὑπάρχουν ἀσπίδες, δεν ὑπάρχει καὶ ἡ λέξη «πόρπαξ», ποὺ εἲναι ἡ λαβὴ τῆς ἀσπίδος. Παρ' ὅλα αὐτὰ ἂν ψάξουμε μὲ προσοχὴ θὰ δοῦμε ὅτι κι αὐτὲς κάπου ὑπάρχουν. O «πόρπαξ», ἂς ποῦμε, σήμερα ὑπάρχει ὡς πόρπη. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο «ἡ πήληξ» (γεν. τῆς πήληκος) ἤταν τὸ δερμάτινο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς τῶν πολεμιστῶν, τὸ ὁποῖο ἤταν στολισμένο μὲ ἀλογοουρά. Σήμερα δεν ὑπάρχει σὰν λέξῃ γιατὶ δεν ὑπάρχει τὸ ἀντικείμενο. Ὅμως ὁ στρατιωτικὸς πῖλος, ποὺ σήμερα ὀνομάζεται πηλήκιο, ἔχει ὁπωσδήποτε σχέση.
 
Για ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τὸ Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης τῶν Η. LIDDELL καὶ Ταὐτόν. SCOTT, καταλήγει: «Εἲναι εὐτυχεῖς ὅσοι γνωρίζουν τὴν Ἑλληνική».
 
Οἱ νομπελίστες μας
Τὸ ὅτι ἡ γλῶσσα μας Βεβαίως, εἲναι μία καὶ ἑνιαία τὸ ἀποδείξαμε μὲ πλῆθος παραδειγμάτων. Τὸ ἔχουν ὅμως δηλώσει καὶ μεγάλοι διανοούμενοι, καθηγητές, πολιτικοὶ καὶ νομπελίστες ὅπως ὁ Σεφέρης, ὁ Ἐλύτης κλπ. Ἀναφέρω μερικὲς ἀπὸ τὶς γνῶμες τούς.
 
Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης εἶπε «Ἐγὼ δεν ξέρω να ὑπάρχει παρὰ μία γλῶσσα. Ἡ Ἑνιαία Ἑλληνικὴ Γλῶσσα... Τὸ να λέει ὁ Ἕλληνας ποιητής, ἄκομα καὶ σήμερα, ὁ οὐρανός, ἡ θάλασσα, ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, ὁ ἄνεμος, ὅπως τὸ ἔλεγαν ἡ Σαπφὼ καὶ ὁ Ἀρχιλόχος, δεν εἲναι μικρὸ πρᾶγμα. Εἲναι πολὺ σπουδαῖο. Ἐπικοινωνοῦμε κάθε στιγμὴ μιλώντας μὲ τις ῥίζες που Βρίσκονται ἐκεῖ. Στα Ἀρχαία».
 
Ὁ Μαν. Τριανταφυλλίδης ἐπίσης, τόνισε ὅτι «Ἡ νέα μας γλῶσσα εἲναι ἡ ἴδια ἡ ἀρχαία, ἀδιάκοπα μιλημένη ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος για χιλιάδες χρόνια, ἀπὸ χείλη σὲ χείλη καὶ ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί...»
Στο ἴδιο μῆκος κύματος ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος δήλωνε... «Ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ καθαρὰ καὶ ἡ δημοτικὴ εἲναι μία γλῶσσα ἑλληνική, αὐτὴ αὔτη ἡ ἀρχαία ἐν τῇ ἐξελίξει τὴν ὁποίαν ὑπέστη».
 
Ὁ Νῖκος Ἐγγονόπουλος ἀκολουθοῦσε μὲ τὴν ἴδια σκέψῃ: «Πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἲναι μία. Ἡ ἀρχαία, ἡ νεωτέρα, οἱ ντοπιολαλιὲς εἲναι γλῶσσα μία».
 
Καὶ τελειώνω μὲ μία ἀπὸ τὶς πολλὲς δηλώσεις τοῦ Γιώργου Σεφέρη πάνω σ' αὐτὸ τὸ θέμα που τὴν ἀντλησα ἀπὸ τὸ πνευματικὸ φρέαρ τῶν Δοκιμῶν τοῦ (Τόμος 1, σελ. 177, ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθῆνα 1974 ) «Ἀπὸ τὴν ἐποχή που μίλησε ὁ Ὅμηρος ὡς τὰ σήμερα, μιλοῦμε, ἀνασαίνουμε καὶ τραγουδοῦμε μὲ τὴν ἴδια γλῶσσα».
 
Βεβαίως δεν εἲναι τυχαῖο ὅτι σύμφωνα μὲ προσφάτη ἔρευνα οἱ Ἕλληνες δεν ξεροῦν ποῖος εἲναι ὁ Ἐλύτης καὶ ὁ Σεφέρης σὲ ποσοστὸ ἄνω τοῦ 50%.
 
Λέξεις πανάρχαιες
Ἀπὸ ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀναφερθέντα, μποροῦμε να συμπεράνουμε ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἲναι οὐσιαστικὼς μία καὶ ἀδιαίρετη κατὰ τὴν χρονικὴ διαρκεια ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνισμού. Πανάρχαιες λέξεις, σχεδὸν ὄλες ζουν εἴτε πρωταρχικὼς εἴτε μέσα ἀπὸ τὰ σύνθετα. Ἐλάχιστες εἲναι οἱ λέξεις που προσετέθησαν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου μέχρι σήμερα. Ἑπομένως ὁποῖος θεωρεῖ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ νεκρὴ γλῶσσα εἲναι ἢ ἀγράμματος ἢ ὕποπτος.
 
Ἡ γνώση τῶν ἐννοιῶν τῶν λέξεων λοιπὸν θὰ μας ὁδηγήσει στην διαπίστωση ὅτι σήμερα ὁμιλοῦμε μὲ τὴν γλῶσσα τῆς ὁμηρικῆς ποιήσεως. Τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσά που χωρὶς καμία ἀμφιβολία, ὕπηρχε πολλὲς χιλιετηρίδες πρὶν τὸν Ὅμηρο καὶ φυσικὰ δεν τὴν ἀνακάλυψε αὐτός. Ἐξ ἅλλου ὁ διαπρεπὴς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Gilbert Murray στο Βιβλίο τοῦ ὑε τὸν τίτλο «Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας» [Ἐκδόσεις Παπαδήμα, 1974, σελ,ἰn'] ἀναφέρει:
 
«Ἐμεὶς ποῦ ἔχουμε πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ κρητικὰ γράμματα, μποροῦμε να πιστέψουμε ὅτι οἱ Ἕλληνες γνωρίσαντες ἅπαξ τὴν γραφή, ἔπεσαν κατόπιν σὲ πλήρη ἀμάθεια αὐτῆς, ἐνῶ γύρω τοὺς ἔγραφαν ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι λαοί, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ὀνόμαζαν βαρβάρους; Καὶ ὅτι ἀγνοοῦσαν κατὰ τὸν ὄγδοο αἰῶνα τὴν γραφή, ἐνῶ κατὰ τὸν ἔβδομο ἀνέδειξαν ξαφνικὰ ποιητὲς ὅπως τὴν Σαπφώ, τὸν Ἀλκαῖο καὶ τὸν Ἀλκμᾶνα, οἱ ὁποῖοι ἔγραφαν πιθανότατα καὶ γλωσσικὰ σημεῖα;… Τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως γραφῆς ἐλύθη σήμερα ὁριστικὰ μετὰ τὴν νεωτάτη ἀνακαλύψῃ ἀπὸ τὸν κ. Κεραμόπουλο στην Θήβα ἐνεπίγραφων ἀμφορέων τῆς νεωτέρας μυκηναϊκὴς περιόδου, ἐντὸς αὐτῶν τῶν ἀνακτόρων τοῦ Κάδμου, ἀπ' τὶς ὁποῖες ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἀρχαία παραδοση ἤταν σοφώτερη παρὰ τὴν νέα κριτική».
 
Βιβλιογραφία
Ἀντωνίου Α. Ἀντωνάκου: «ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ, ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΓΛΩΣΣΗΣ»
 
  

 
 
Δεῖτε καί ἐσεῖς τήν γνώμη σᾶς ἐδῶ. Χρησιμοποιῆστε τή φόρμα ἐπικοινωνίας τῆς ἰστοσελίδας μας καί ἀποστείλατε τό ἄρθρο σας, τό ὁποῖο ἐμεῖς θά ἀναλάβουμε νά τό δημοσιεύσουμε σέ αὐτήν.